Ωδή στις προβληματισμένες υπόδουλες οντότητες

ΓΡΑΦΕΙ: Η ΝΕΦΕΛΗ ΚΑΤΣΙΓΙΑΝΝΑΚΗ.

Πάντα φανταζόμουν εμάς, τους ανθρώπους, ως τα λογικά όντα που έχουν την ικανότητα της αμφισβήτησης. Δεν δεχόμαστε τίποτε, πριν το ζυμώσουμε, το εξετάσουμε από όλες τις πλευρές εξονυχιστικά, το εξαντλήσουμε εν τέλει. Αυτή μάλιστα είναι και η γοητεία μας. Δυστυχώς, η εμπειρία μου ?έστω των λιγοστών δεκαεφτά χρόνων ?με διέψευσε για ακόμη μία φορά. Δεν έχω γνωρίσει άλλα όντα τόσο υποταγμένα και έτοιμα να συμμορφωθούν ως προς τις υποδείξεις των «άλλων». Πράττουμε κάτι, επειδή μας έχει επιβληθεί. Και δεν κάνουμε τίποτα για αυτό. Τι θλιβεροί που είμαστε? Νόμιζα πως οι πράξεις μου αποτελούσαν προϊόν ελεύθερης βουλήσεως και σκέψεως, αλλά τώρα συνειδητοποιώ πόσο πολύ συμμορφώνομαι στα «παραδεγμένα» της σχολικής και εξωσχολικής ζωής.

Απαραίτητη σημείωση, πριν ξετυλίξω τις σκέψεις μου: όποιος ήδη προσβλήθηκε από το περιεχόμενο του κειμένου ή θεωρεί όσα ειπώθηκαν ανούσια και νοσηρά, ας μη συνεχίσει. Το κείμενο αυτό αποτελεί ωδή στις προβληματισμένες υπόδουλες οντότητες. Εκτός κι αν κάποιος είναι έτοιμος να προβληματιστεί (επιτέλους)?

Ποτέ δεν κατάλαβα ?μήτε πρόκειται ? με τι κριτήρια το εκπαιδευτικό σύστημα κατατάσσει τους μαθητές στα κουτιά του «καλού» και «κακού» μαθητή. Πώς γίνεται να αδιαφορήσεις και να τσακίσεις κατ? ουσίαν την ιδιαίτερη και ανεπανάληπτη προσωπικότητα του εκάστοτε μαθητή; Δεν πρόκειται για ομοιόμορφα τούβλα που πρέπει να τοποθετηθούν δίπλα-δίπλα για να δημιουργηθεί ο τοίχος και να μη διαφέρουν ούτε χιλιοστό στην εμφάνισή τους· τουναντίον, εγώ σκέφτομαι τους μαθητές περισσότερο σαν τα βότσαλα της θάλασσας: άλλα μικρά, άλλα μεγάλα, άλλα σπασμένα, όλα με το δικό τους χρώμα, με το δικό τους στίγμα. Κανένα τους δε μπορεί να λείψει, διότι όλα απαρτίζουν την παραλία, που «γλύφει» μελωδικά η θάλασσα. Έτσι θα έπρεπε να λειτουργεί και το σχολείο, μα? Παρατηρώ παιδιά ανιστόρητα, χωρίς καμία κουλτούρα. Δηλωμένους «απολιτίκ» να είναι απουσιολόγοι και σημαιοφόροι. Όλοι ίδιοι: με τα ίδια όνειρα, τις ίδιες αξίες, τις ίδιες φιλοδοξίες. Από την άλλη, υπάρχουν εκείνοι οι επαναστατημένοι έφηβοι ?πραγματικά καλλιεργημένοι και συνειδητοποιημένοι ?οι οποίοι, όμως, δεν ταιριάζουν στον τοίχο του σχολείου και ως εκ τούτου περιθωριοποιούνται.

Δεν ήθελα να ανήκω στους πρώτους· δεν κατάφερα να βρίσκομαι ούτε στους δεύτερους. Είμαι πάντα κάπου στο μεταίχμιο: από τη μία πασχίζω να έχω τους καλύτερους βαθμούς (όχι τόσο πολύ λόγω προσωπικών φιλοδοξιών αλλά για να μην ανήκω στους περιθωριοποιημένους) και από την άλλη «επαναστατώ» όπου και όπως μπορώ στο κατεστημένο και στους ανούσιους κανόνες του σχολείου. Είμαι σιχαμερή ώρες-ώρες και το γνωρίζω· άλλες, όμως, είμαι περήφανη για το «λιθαράκι» που έχω βάλει για να αλλάξει τούτο το σχολείο προς το καλύτερο? Τώρα πια τελειώνει το σχολείο, αλλά όσος λίγος καιρός μου έχει απομείνει θα πλησιάσω λίγο περισσότερο τους δεύτερους? Με γοητεύουν πιο πολύ.

Από πάντα, προτιμούσα τη συναναστροφή με άτομα που εστιάζουν περισσότερο στις «επιθυμίες» παρά στα «πρέπει» -ή αλλιώς, αν το λέγαμε φροϋδικά, με συνεπαίρνουν τα άτομα που λειτουργούν περισσότερο με το «αυτό» ή «εκείνο» παρά με το «υπερεγώ». Ποιος καθορίζει, άλλωστε, τους κανόνες, τις αξίες, την ηθική; Η κοινωνία. Μα αυτή υποσκάπτει τη χειρότερη ασχήμια που μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους ?χειρότερη και από την ασχήμια των μεγαλουπόλεων ή των βιομηχανιών. Αυτή η κοινωνία, λοιπόν, δεν θα μου επιβάλλει τον τρόπο ή τη στάση ζωής μου, αλλά θα ζήσω αυτοβούλως. Μακριά από οτιδήποτε φαίνεται αυταρχικό ή ολοκληρωτικό? Μακριά από τη θρησκεία, το υποτιθέμενο σέβας προς τους πρεσβυτέρους ή τους δασκάλους, από πολιτικές ή άλλες ιδεολογίες που είναι τώρα «της μόδας», από τα μιλιταριστικά/εθνικιστικά/ρατσιστικά «ιδεώδη»?

Μα ποιον κοροϊδεύω; Το πνεύμα μου είναι υποταγμένο, υποδουλωμένο στα «πρέπει» και στις αξίες των άλλων· άγομαι και φέρομαι από το «υπερεγώ». Εξάλλου, με δυσαρέσκεια παρατηρώ όλο και περισσότερους να ρέπουν προς την «κανονικότητα» και την «τυπικότητα» της καθημερινότητας ?διότι όλοι έχουν τον ίδιο φόβο: μήπως δεν είναι αποδεκτοί από την κοινωνία, μήπως είναι πολύ περίεργοι και διαφορετικοί για τούτον τον κόσμο. Βλέπετε, αυτή η «αποδοχή» από τους άλλους ?είτε πρόκειται για μεγάλη είτε για μικρή κοινωνική ομάδα ?σηματοδοτεί την ανθρώπινη ζωή ? παράγοντας βαρυσήμαντος, θα έλεγα κιόλας ανασταλτικός.

Είμαστε δεμένοι με αλυσίδες, σαν τους δεσμώτες στην πλατωνική αλληγορία του σπηλαίου. Δε μπορούμε να δούμε το φως ?την αλήθεια ? αλλά είμαστε βουτηγμένοι βαθειά στο σκοτάδι. Στο σχολείο, οι αλυσίδες είναι οι βαθμοί μας, καθώς αυτοί καθορίζουν τη συμπεριφορά των καθηγητών, των συμμαθητών, των γονιών σου, απάντων με λίγα λόγια, προς εσένα. Είσαι έρμαιο ενός χαρτιού με νούμερα. Έξω από το σχολείο, οι αλυσίδες είναι η «ηθική» σου και κατά πόσο αυτή συμβαδίζει με το «status quo»: δουλεύεις σκληρά για να αποκτήσεις χρήματα και κατ? επέκταση πλούσια καταναλωτικά αγαθά; Θέλεις σπίτι, σύζυγο, αυτοκίνητο και δυο παιδιά; Ενδιαφέρεσαι για την κοινωνική σου καταξίωση και την οικονομική σου ευμάρεια; Ειδάλλως, είσαι ένα παράσιτο για την κοινωνία. Ένα παράσιτο που πρέπει να εξοντωθεί.

Ας σχηματίσουμε στο νου μας ένα λιβάδι. Λουλούδια διαφόρων ειδών, χρωμάτων, σχημάτων, το στολίζουν και το καθιστούν καλαίσθητο. Υποθέστε πως το λιβάδι είναι ο κόσμος μας και τα λουλούδια εμείς, οι άνθρωποι. Δυστυχώς, όλοι είμαστε βαρετές μαργαρίτες ?δε θέλω να παρεξηγηθώ, δεν έχω κάτι με τις μαργαρίτες! Τουναντίον, τις βρίσκω όμορφες. Αλλά γιατί όλοι επιλέγουμε να γίνουμε μαργαρίτες; Υπάρχουν τόσα άλλα λουλούδια ?χιλιάδες. Εγώ θα ήθελα να είμαι ευχολούλουδο ?εκείνα τα λουλούδια που φυσάγαμε μικροί και κάναμε μία ευχή. Γιατί είναι άγρια, ελεύθερα και δε μπορείς να τα αγοράσεις. Παραμένω, όμως, μία βαρετή μαργαρίτα. Ο δρόμος για να γίνω ευχολούλουδο είναι μακρύς και δυσβάσταχτος, αλλά θα τα καταφέρω? Θα γίνω ευχολούλουδο, λοιπόν!
Πηγή εικόνας: http://fractalart.gr/anna-mpompola/

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*