
ΓΡΑΦΕΙ: Ο ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΤΡΑΤΟΠΟΥΛΟΣ.
Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ ως πρόεδρου των Ηνωμένων Πολιτειών ήρθε ως έκπληξη για όλους μας. Για τους περισσότερους, ως δυσάρεστη. Οι εκλογές όμως σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία αποτελούν τον κατ? εξοχήν τρόπο έκφρασης της λαϊκής βούλησης. Εμείς λοιπόν, ως εξωτερικοί παρατηρητές, δεν έχουμε παρά να συγχαρούμε τους νικητές της εκλογικής αναμέτρησης σε πρώτη φάση. Γιατί πράγματι ο Ντόναλντ Τραμπ και το επιτελείο του, αποτελούμενο μεταξύ άλλων από τους James Comey (διευθυντή του FBI) και Julian Assange (ιδρυτή Wikileaks), εργάστηκαν σκληρά για να εκθέσουν την αντίπαλο τους Χίλαρι Κλίντον. Συγχαρητήρια αξίζουν και οι οπαδοί του σε ολόκληρο τον κόσμο, όπως είναι οι παραδοσιακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ, Ρωσία και Βόρεια Κορέα που δεν έκρυψαν ποτέ τη στήριξη τους στο Ρεπουμπλικάνο υποψήφιο, αλλά και στους ομοϊδεάτες του στην Ευρώπη, όπως η οικογένεια Λε Πεν, ο Λαϊκός Σύνδεσμος Χρυσή Αυγή και η ευρωπαϊκή ακροδεξιά στο σύνολο της.
Προσπαθώντας να εξηγήσουμε την έκπληξη αυτή, πολύ γρήγορα φτάνουμε στα συμπεράσματα περί του πιο ηλίθιου λαού και του μέσου λευκού Αμερικανού άντρα. Είναι όμως τόσο ηλίθιοι οι Αμερικανοί; Οι ομοϊδεάτες του Ντόναλντ θερίζουν την Ευρώπη πηγαίνοντας από τον ένα εκλογικό θρίαμβο στον άλλο. Σε Γαλλία, Αυστρία, Ελλάδα, Ολλανδία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ουγγαρία κλπ. τα εκλογικά τους ποσοστά και η επιρροή τους αυξάνονται ραγδαία. Αντίθετα η πολιτικές ελίτ που κυβερνούσαν βλέπουν την εξουσία τους να περιορίζεται, τους θεσμούς να απαξιώνονται και ανθρώπους σαν τον πρωταθλητή του Τουίτερ, Ντόναλντ Τραμπ να αποκτούν τεράστια ισχύ, ενώ λίγους μήνες πριν ήταν απλώς ένας εκκεντρικός κλόουν στα μάτια μας.
Η όλη ιστορία βέβαια χαρακτηρίζεται από αρκετές αντιθέσεις και οξύμωρα. Ο Τραμπ λοιπόν παρουσίασε τον εαυτό του ως εκπρόσωπο του «απλού Αμερικανού» ενώ αμφιβάλλω αν πολλοί Αμερικάνοι έχουν τις ανέσεις και το πορτοφόλι αυτού του ιδιαίτερα εκλεπτυσμένου ρήτορα των αποδυτηρίων. Παρόλ?αυτά οι Αμερικανοί ψηφοφόροι πείστηκαν ότι θα τους εξασφαλίσει όλα όσα οι προκάτοχοι του αδυνατούσαν να υλοποιήσουν. Ακόμη λέγεται ότι ο Τραμπ κέρδισε τις εκλογές χάρη στο μέσο λευκό Αμερικάνο άντρα και ότι ο ίδιος είναι αντισυστημικός και αντιμάχεται το κατεστημένο? Όμως τι είναι πιο συστημικό και χαρακτηριστικό στερεότυπο του αμερικανικού λαού από αυτόν τον λευκό, εθισμένο στην τηλεόραση, υπέρβαρο, ρατσιστή Αμερικανό; Αν αυτός αντιστέκεται στο σύστημα, ποιος αποτελεί το σύστημα;
Ακόμη σημαντικό είναι να επισημάνουμε πως αυτοί που έδωσαν τη νίκη στον Τραμπ ήταν οι μειονότητες των οποίων τα συμφέροντα σε καμία περίπτωση δεν υπερασπιζόταν. Έτσι πολλές γυναίκες με μεγάλο ενθουσιασμό τον στήριξαν μάλλον διότι ήταν απόλυτα συμβιβασμένες με το ρόλο που τους απέδιδε ο νέος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Μεγάλο μέρος της LGBT κοινότητας, υπό το φόβο της ισλαμικής ομοφοβίας και τρανσφοβίας, στράφηκε σε αυτόν για προστασία, ξεχνώντας ποιοι αγωνίστηκαν για τα δικαιώματα τους, για την ισότητα, και ποιους είχαν απέναντί τους (τους Ρεπουμπλικάνους δηλαδή). Το ίδιο ισχύει για παράδειγμα για την εβραϊκή κοινότητα που επίσης έσπευσε να ξεχάσει την ιστορία της και να στηρίξει- σε μεγάλο μέρος τουλάχιστον- έναν υποψήφιο που σπέρνει το μίσος και φέρνει το διχασμό και την πόλωση. Όσον αφορά τους Αφροαμερικανούς, ακόμη κι αν δεν ψήφισαν Τραμπ, έκαναν την επιλογή του καναπέ. Κάθισαν στο σπίτι τους, υποθηκεύοντας το μέλλον τους αφού «η επιλογή ήταν ανάμεσα στη Σκύλα και τη Χάρυβδη».
Πράγματι η Χίλαρι δεν ήταν η ιδανική υποψήφιος. Πέρα όμως από το γεγονός πως καθένας από τους 300 εκατομμύρια Αμερικάνους μπορεί να ονειρεύεται έναν διαφορετικό ιδανικό υποψήφιο, πρέπει να αναλογιστούμε κατά πόσο είναι αδύνατη μια διάκριση ανάμεσα στους δύο. Για όσους δεν ψήφισαν για τη λεγόμενη «αλλαγή» καλό θα ήταν να επισημάνουμε πως δεν είναι κάθε αλλαγή θετική. Υπάρχει ακόμη τεράστιο περιθώριο επιδείνωσης και δεν χρειάζεται να ψάξουμε για τα όρια του. Η εκλογή του Τραμπ θα φέρει επομένως μια αλλαγή, όμως η Αμερική θα κάνει αρκετά βήματα πίσω.
Ο Τραμπ δεν είναι ο πρώτος και δεν θα είναι ο τελευταίος λαϊκιστής που κέρδισε την εξουσία. Όπως όμως οι λαϊκιστές που προκάλεσαν το Brexit εξαφανίστηκαν την επόμενη μέρα, αφήνοντας τη διαχείριση στους προκατόχους τους, τους συστημικούς, έτσι και ο Τραμπ θα κυβερνήσει χωρίς τον ακραίο και ριζοσπαστικό λόγο, όσο κι αν αυτό λυπεί πολλούς από τους υποστηρικτές του. Οι λαοί δεν αλλάζουν μέσα σε μια νύχτα και μέσα από μια εκλογική αναμέτρηση. Ο Τραμπ θα κληθεί να εκπροσωπήσει τον ίδιο λαό που εκπροσώπησε ο Ομπάμα και όπως ισχύει για κάθε καθεστώς, θα πρέπει να έχει την εμπιστοσύνη του λαού για να διατηρηθεί στην εξουσία. Για να την εξασφαλίσει θα αναγκαστεί να προσαρμοστεί στο λαό του- δεν υπάρχει ριζοσπαστική εξουσία- ο λόγος του Τραμπ την επόμενη μέρα θα είναι συστημικός όπως θα ήταν και της Κλίντον. Φυσικά είναι ουσιαστική η διαφορά μεταξύ τους και με τον Τραμπ η Αμερική θα κάνει μια στροφή προς την εσωστρέφεια, τη μισαλλοδοξία και το συντηρητισμό, αλλά μια θητεία διαρκεί μόλις 4 χρόνια και ένας άνδρας δεν μπορεί να αλλάξει μια ολόκληρη χώρα. Οι αξίες πάνω στις οποίες είναι θεμελιωμένη η Αμερική και είναι ριζωμένες βαθιά μέσα στο DNA του αμερικανικού λαού θα διατηρηθούν ακόμη κι αν δημιουργηθούν αρκετά προβλήματα στις ΗΠΑ και τον κόσμο τα επόμενα χρόνια.
Σε κάθε δυτική δημοκρατία όμως, οι προκλήσεις είναι ίδιες. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει αν ο επόμενος Αυστριακός, Ολλανδός ή Γάλλος πρόεδρος θα είναι ακροδεξιός. Το πρόβλημα λοιπόν, δεν είναι οι Αμερικάνοι. Πώς λοιπόν μπορεί να περιοριστεί η επιρροή και συνεπώς οι πιθανότητες των λαϊκιστών να κατακτήσουν την εξουσία;
Η απάντηση βρίσκεται σε αυτούς, οι οποίοι κάνανε σπουδαίους τους φανταχτερούς, ακραίους λαϊκιστές, τα ΜΜΕ. Πράγματι, ο λόγος του Τραμπ είναι πιο ελκυστικός και η προβολή του κερδοφόρα, με αποτέλεσμα να του δοθεί βήμα για να παρουσιάσει τις απόψεις του όπως κάθε άλλος πολιτικός. Όμως ο συγκεκριμένος στερούνταν σοβαρότητας, συνέπειας και αξιοπιστίας και είναι ευθύνη των μέσων και των δημοσιογράφων να το προβάλουν αυτό. Ο λόγος που ο κόσμος αντέδρασε έκπληκτος από τη νίκη των Ρεπουμπλικάνων, δεν έγκειται στο συγκεκριμένο κόμμα, αλλά στο γεγονός ότι, ανεξάρτητα από την ιδεολογία του, ο Τραμπ και ο κάθε Τραμπ είναι παντελώς ανίκανος να κυβερνήσει μια χώρα. Ο Τραμπ έχοντας το μονοπώλιο των προσβολών, της στοχοποίησης και του στιγματισμού, εξέφρασε την κριτική τους στην εξουσία. Εξέφρασε την αντίθεση του σε πολλά, κανείς όμως δεν ξέρει τι ουσιαστικά θέλει, το περιεχόμενο του λόγου του ήταν από την πρώτη στιγμή ανύπαρκτο? Πώς είναι όμως δυνατόν να μην εκτέθηκαν η ασυνέπεια, η αναξιοπιστία, η ανευθυνότητα και η ανεπάρκειά του σε σχεδόν κάθε επίπεδο; Γιατί τα ΜΜΕ, που επικεντρώθηκαν τόσο πολύ στο σκάνδαλο με τα e-mails της Κλίντον, δεν θεώρησαν μεμπτή την άρνηση του Τραμπ να δημοσιοποιήσει τις φορολογικές του δηλώσεις; Και πώς βρέθηκε ένας εκατομμυριούχος με διασυνδέσεις και εξαιρετικές σχέσεις με το λόμπι των όπλων που αρνείται να δημοσιοποιήσει τις φορολογικές του δηλώσεις, να εκπροσωπεί τον μέσο Αμερικανό, να πηγαίνει κόντρα στο κατεστημένο και να κατηγορεί τους αντιπάλους του για διαφθορά;
Φυσικά μερίδιο ευθύνης αναλογεί και στην ίδια την εξουσία που μέσα στην υπεροψία και την ισχυρογνωμοσύνη ξέχασε να εξασφαλίσει επαρκή εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος. Οι πολιτικοί οφείλουν να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στην εξήγηση των αποφάσεων που λαμβάνουν, να προσπαθούν να πείσουν τους πολίτες τους και όχι μόνο στην προεκλογική περίοδο. Ένα αξιοπρεπές πολιτικό κόμμα καλλιεργεί τους ψηφοφόρους στα περιορισμένα περιθώρια ελιγμών που προσφέρει η εξουσία. Η λύση δεν είναι σε καμία περίπτωση οι πολιτικοί να ακολουθούν τους λαϊκιστές, να υπόσχονται δώρα σαν Αγιοβασίληδες και τελικώς να γίνουν οι ίδιοι λαϊκιστές. Γιατί έτσι η δημοκρατία υπονομεύεται. Έτσι οι πολίτες εκπαιδεύονται στην πολιτική των ψευδαισθήσεων- ο Άη Βασίλης υπάρχει λοιπόν και έρχεται με δώρα? Αλλά έτσι καλλιεργείται το έδαφος για πολιτικό εξτρεμισμό, πόλωση και πολιτική αποξένωση.
Υποβολή απάντησης