ΓΡΑΦΕΙ: Η ΑΘΗΝΑ-ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΟΥΜΕΛΑ.
Ο ενάμισης χρόνος που έζησα στο σχολείο με τον καθηγητή Δ. Αρμάο, ήταν απίστευτα δημιουργικός, απρόσμενα υπέροχος, μαγικά πρωτόγνωρος αλλά και τρομερά λίγος. Και ποιος τον χόρτασε άλλωστε;
Εμφύσησε σε εμάς τη βαθειά του αγάπη για τη λογοτεχνία, την οποία δεν τη μαρτυρούσε μόνο ο τρόπος που μας τη δίδασκε και ο τρόπος που συζητούσε γι? αυτή, αλλά ξεχείλιζε από μέσα του στο κάθε τι που έκανε. Κάθε κουβέντα του ήταν σαν πλασμένη τέλεια για τη στιγμή, σαν να κούμπωνε μοναδικά πάνω σε ό,τι είχε ειπωθεί και να έδινε το νόημα πυκνό και ξεκάθαρο. Ο γλωσσικός πλούτος που συναντάμε στα ποιήματά του υπήρχε στην καθημερινή του επικοινωνία, κάτι που έκανε τα λόγια του μαγικά, και το να τον ακούμε ήταν μεγάλη χαρά. Φυσικά, πέρα από όμορφο ήχο, τα λόγια του αντηχούσαν και όμορφες, βαθιές σκέψεις. Σε αυτό συντελούσε η βαθειά γνώση του για το αντικείμενο, το πάθος του γι? αυτό και η αγάπη για τους μαθητές του. Άλλωστε, αυτό μπορεί κανείς εύκολα να το καταλάβει διαβάζοντας τα ποιήματά του. Το κάθε μάθημα και η κάθε σχετική με τη λογοτεχνία συζήτηση, μαζί του ήταν μια αποκάλυψη που περιμέναμε με ανυπομονησία.
Η λογοτεχνική συντροφιά, ο όμιλος του οποίου ήταν υπεύθυνος με την κυρία Αλεξανδράκη, ήταν ώρες μαγευτικές. Γι? αυτόν τον όμιλο έδειξε μεγάλη φροντίδα. Πέρα από τις ευκαιρίες που μας έδωσε να γνωρίσουμε εξαιρετικούς σύγχρονους συγγραφείς, δε θα ξεχάσω τα πολύχρωμα καρτελάκια με αποσπάσματα των έργων των συγγραφέων, με τα οποία μας εφοδίαζε πριν τη συνάντηση, τα οποία έχω κρατήσει και τα διαβάζω συχνά. Ακόμη, μας έδινε την ευκαιρία να γνωρίσουμε τους συγγραφείς σε πιο φιλικό κλίμα, στην ταβέρνα κοντά στο σχολείο όπου μεταφερόμασταν συχνά μετά το τέλος της συζήτησης στο σχολείο. Μα πάνω από όλα, έδινε την ψυχή του, και το έκανε με χαρά.
Γνώρισα έτσι πολλούς συγγραφείς, ονόματα που διαφορετικά δε θα είχα ακούσει ποτέ, βιβλία που δε θα ήξερα γι? αυτά, αξίες σε έργα γνωστά και κλασσικά που δε θα μπορούσα από μόνη μου να ανακαλύψω. Οι συζητήσεις, που επεκτείνονταν και στους άλλους τομείς της τέχνης, ήταν κι αυτές εξίσου διαφωτιστικές. Οι γνώσεις που έλαβα στον όμιλο αυτό τον ένα χρόνο, έχουν χαραχθεί στη μνήμη μου πολύ πιο έντονα από όλα όσα έμαθα σε 12 χρόνια σχολείου. Όμως, πέρα από αυτό, ο όμιλος χαρακτηριζόταν από ένα πολύ όμορφο φιλικό κλίμα που τον έκανε πραγματικά συντροφιά.
Ο Δ. Αρμάος λοιπόν προκαλούσε και προκαλεί το μεγάλο θαυμασμό μου, είναι ένα πρότυπο, ένα ιδεώδες. Ήταν ο πιο ζωντανός άνθρωπος που ήξερα, με το πιο έντονο στίγμα, αξέχαστος, μοναδικός. Δεν το χωράει ο νους μου πως αυτός ο άνθρωπος είναι δυνατόν να μη ζει πια. Εκτός αν άφησε την επίγεια ζωή για να ζήσει πια για πάντα μέσα μας. Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε λοιπόν είναι να προσπαθήσουμε να ανταποκριθούμε όσο το δυνατόν καλύτερα σε αυτά που μας δίδαξε: να κάνουμε την καλοσύνη του και την αγάπη του δική μας, να την εξωτερικεύουμε σε ό,τι κάνουμε, αυτό που κάνουμε να το αγαπάμε πολύ και να χαρίζουμε απλόχερα ό,τι μπορούμε να χαρίσουμε. Έτσι ο κόπος του δε θα πάει χαμένος.
Τίποτα δε θα είναι ίδιο χωρίς αυτόν. Θα φροντίσουμε όμως ώστε η μνήμη του να μείνει παραπάνω από αιώνια.
Υποβολή απάντησης