
ΓΡΑΦΕΙ: Ο ΝΙΚΟΣ ΣΤΕΜΠΙΛΗΣ.
Θυμάμαι τον εαυτό μου κάποια στιγμή στην τρίτη δημοτικού, καθισμένο στο σχολικό για να γυρίσω στο σπίτι, δίπλα από ένα παιδί του γυμνασίου, προσηλωμένο σε ένα πρόβλημα γεωμετρίας. «Τι είναι αυτό;» τον είχα ρωτήσει όλο περιέργεια, για να λάβω την καθόλου ικανοποιητική απάντηση: «γεωμετρία». Παρ? ότι αν δω τώρα την ίδια άσκηση, θα μου είναι εύκολο να την λύσω, τότε, η απάντηση «Δεν μπορείς να το καταλάβεις αυτό ακομα» ήταν μία από τις χειρότερές μου. Ο λόγος είναι απλός: Δεν καταλάβαινα ότι για να φτάσεις σε ένα επίπεδο μαθηματικών πρέπει να έχεις ήδη κατακτήσει τα προηγούμενα. Με τον ίδιο τρόπο, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, ζηλεύοντας το πρόβλημα γεωμετρίας που επιλύει η Φινλανδία, σπεύδει να φτιάξει σχολεία για τους άριστους μαθητές, (ό,τι και αν εννοούν με τον όρο «άριστος») παραμελώντας τα υπόλοιπα «κανονικά» σχολεία.
Ας αρχίσουμε με τα πειραματικά. Ο όρος «πειραματικό» από μόνος του σημαίνει ότι εκεί εφαρμόζεται ένα πρόγραμμα, με σκοπό να ελεγχθεί η αποτελεσματικότητά του, και αυτό μετά να εφαρμοστεί ευρέως. Όπως και στα πειράματα άλλου τύπου, χρειάζεται ένα τυχαίο δείγμα του πληθυσμού ? και όχι μόνο του αθηναϊκού, αλλά και των ορεινών ή νησιωτικών περιοχών ? το οποίο θα έχει επιλεγεί με κλήρωση, και στο οποίο θα εφαρμόζει κάτι όντως διαφορετικό σε σχέση με τα άλλα σχολεία. Επίσης, εκπαιδεύουμε στο πείραμα τους καθηγητές ενός κανονικού σχολείου, δεν παίρνουμε αυτούς με τα μεγαλύτερα τυπικά προσόντα… Αλλοιώνοντας τη σύσταση του διδακτικού προσωπικού, αλλοιώνουμε τα αποτελέσματα του πειράματος. Τέλος, εφ? όσον ελέγχουμε την επιτυχία ενός καινούριου προγράμματος, το να παρατηρούμε μόνο «καλύτερους» μαθητές και μόνο στην Αθήνα, είναι σαν να τεστάρουμε ένα φάρμακο για καρδιοπάθειες, σε άτομα που έχουν ήδη υγιή και δυνατή καρδιά.
Oι εξετάσεις, τα πρότυπα και πειραματικά, τα απουσιολόγια στον πρώτο μαθητή της τάξης και διάφοροι άλλοι θεσμοί του εκπαιδευτικού συστήματος, υφίστανται για να προάγουν μία από τις έννοιες που με βρίσκουν κατ? εξοχήν αντίθετο, την αριστεία. Το βασικό επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης πρότυπων σχολείων είναι ότι ένας αδύναμος μαθητής δυσκολεύει κάποιους ίσως πιο ταλαντούχους να αναπτύξουν τις ικανότητές τους. Προτού προχωρήσω στο ουσιαστικό σφάλμα αυτού του ισχυρισμού, θα επισημάνω ότι μαθητές από διαφορετικά κοινωνικά και οικονομικά περιβάλλοντα, και διαφορετικής μαθησιακής δυναμικότητας, προσθέτουν μια πολυφωνία στην εκπαιδευτική διαδικασία, κάνοντάς την πιο αποτελεσματική. Κυρίως όμως, πρέπει να σκεφτούμε με όρους Δημοκρατίας. Η παροχή δημόσιας δωρεάν και κυρίως ισότιμης παιδείας για κάθε μαθητή, είναι αυτονόητη σε κάθε δίκαιη και δημοκρατική κοινωνία. Το πρόβλημα δεν είναι ο τρόπος επιλογής αυτών που θα λαμβάνουν καλύτερη εκπαίδευση, αλλά το ίδιο το σκεπτικό ότι κάποιοι θα λαμβάνουν καλύτερη εκπαίδευση. Προσπαθούμε σαν χώρα να χτίσουμε το ταβάνι, και ξεχνάμε να φτιάξουμε το πάτωμα. Όπως και στα μαθηματικά, είναι αδύνατο να καταλάβεις κατευθείαν τις τριτοβάθμιες εξισώσεις, όταν το τωρινό σου επίπεδο είναι λίγο πριν την προπαίδεια. Και ένας πραγματικά παθιασμένος άνθρωπος, δεν θα χρειαστεί «καλό» σχολείο. Ο Einstein δεν πήγε σε ειδικό σχολείο. Ας αρχίσουμε από τα βασικά, και όταν αυτό που μας λείπει είναι τα πρότυπα, ας τσακωθούμε για το αν πρέπει η εισαγωγή σε αυτά να γίνεται με εξετάσεις.
Εικόνα: Ζάφος Ξαγοράρης, Λοξή τάξη (http://www.protothema.gr/culture/article/454435/mia-loxi-taxi-gernei-sto-mouseio-benaki-/)
Υποβολή απάντησης