Από τη ?Δημοκρατία? προς τη Δημοκρατία*

ΓΡΑΦΕΙ: Ο ΦΟΙΒΟΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ.

Ορίζουμε, στην κοινή νοηματοδότηση, την έννοια της Δημοκρατίας ως την πολιτική συγκρότηση του βίου κατά την οποία η ίδια η κοινωνία ως συλλογικότητα κατέχει την πολιτική ισχύ. Η ίδια η κοινωνία δηλαδή, διαθέτει την αποκλειστική προνομία θέσπι­σης των νόμων, εκτέλεσης των πολιτικών αποφάσεων αλλά και της δικανικής διεκ­περαίωσης.

Ήδη, από τον ορισμό, ψηλαφίζεται η απόσταση ανάμεσα στην καταρχήν θεώ­ρηση και στη βιωματική πραγματικότητα. Η Δημοκρατία που θεμελιώθηκε στην αρχαία αθηναϊκή κοινωνία -ό,τι συνηθίζουμε σή­μερα να ονομάζουμε άμεση Δημοκρατία- μάλλον ελάχιστη σχέση έχει με τη σημερινή εκδοχή της. Το αντιπροσωπευτικό δημο­κρατικό σύστημα, όπως αυτοθεσμίστηκε στις Δυτικές κοινωνίες μετά το Διαφωτισμό, αποτελεί στην πραγματικότητα κακέκτυπο αντίγραφο του αρχαιοελληνικού προτύπου. Υπό το άλλοθι της αντιπροσώπευσης το πο­λιτικό σύστημα γίνεται αντικείμενο νομής όχι από τον κυρίαρχο Λαό ή την κοινωνία αλλά από το εκλεγμένο πολιτικό προσω­πικό. Με άλλα λόγια, ακόμη και στις πιο ?προοδευμένες? Δυτικές Δημοκρατίες, η κοινωνία, οι πολίτες, αδυνατούν εν τοις πράγμασι να αυτοθεσμιστούν.

Είναι φανερό ότι πίσω από μία τέτοια ?δημοκρατική? λειτουργία απουσιάζει τόσο η Δημοκρατία ως ?κράτος του Δήμου? όσο και η λειτουργία ως ?έργο του Λαού?.

Αντίθετα, σε κάθε δραστηριότητα στο δημόσιο χώρο απαιτείται, και μάλιστα με νομικό καταναγκασμό, μία διαρκής δια­μεσολάβηση. Ο βουλευτής διαμεσολαβεί στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας, ο υπουργός ή -ακόμα χειρότερα- ο όποιος δημόσιος λειτουργός διαμεσολαβεί για την εκτελεστική εξουσία, ενώ ο δικαστής ή ο δικηγόρος διαμεσολαβεί για την απονομή της δικαιοσύνης. Ίσως δεν θα ήταν άσκοπο να επισημανθεί ότι οι Δυτικές κοινωνίες εξερχόμενες από το φεουδαλικό τους με­σαίωνα ?κατάφεραν? απλά να μεταθέσουν τα κυριαρχικά προνόμια του φεουδάρχη στη νέα κάστα που αναδύθηκε και προσ­διορίζεται ως πολιτικό προσωπικό.

Πρόκειται ουσιαστικά για τη θεμελιώδη παρέκκλιση της Δημοκρατίας. Όπως άλλω­στε συμβαίνει πολύ συχνά με τις έννοιες που είναι φορτωμένες με υψηλό αξιακό περιεχόμενο, όπως αλήθεια, ελευθερία κλπ, η έκπτωσή τους δεν οδηγεί σε έναν κάποιο περιορισμό αλλά στην ολοσχερή τους κα­τάρρευση.

Αν αυτή είναι μια ανάλυση που επι­χειρεί να προσεγγίσει την πραγματικότητα του Δυτικού κόσμου, ο ελληνικός χώρος βίωσε και βιώνει τη Δημοκρατία -κυρίως μετά τη συγκρότηση του έθνους-κράτους-  με τους δραματικούς όρους που στις μέρες μας πλέον είναι απολύτως ορατοί. Το καθ’ ημάς πολιτικό προσωπικό που δεν διαθέτει ανάλογες φεουδαλικές ιστορικές εμπειρίες, το ίδιο το πολιτικό σύστημα δηλαδή, αδυ­νατεί να εκπληρώσει ακόμη και με στοιχει­ωδώς ικανοποιητικό τρόπο τον διαμεσολα­βητικό του ρόλο. Είναι, δηλαδή, η ελληνική Δημοκρατία στρεβλό αντίγραφο ενός κακέ­κτυπου αντιγράφου, καθώς το ελληνικό πο­λιτικό προσωπικό μυρικάζει επί δεκαετίες πιθηκίζοντας ?σπασμένες λέξεις? από αλ­λότρια πρότυπα. Η αλήθεια είναι ότι στον ελληνικό χώρο η Δημοκρατία υπήρξε -για κάποιους ακόμα και στους χρόνους της οθωμανικής κυριαρχίας- δίχως επιθετικούς προσδιορισμούς. Ούτε άμεση ούτε έμμεση ούτε αντιπροσωπευτική ούτε κοινοβουλευ­τική ούτε διαμεσολαβούμενη. Υπήρξε μό­νον ως Δημοκρατία με μεγάλα κεφαλαία γράμματα, με την ίδια την κοινωνία των πολιτών διαρκώς εν εγρηγόρσει στο πολι­τικό προσκήνιο.

Συμπερασματικά, τα προβλήματα της Δημοκρατίας στον σύγχρονο κόσμο εντοπί­ζονται, όπως αναλύσαμε προηγουμένως, ήδη εξ? ορισμού. Η Δημοκρατία οφείλει να είναι αδιαμεσολάβητη ή δεν θα είναι, η κοινωνία ή θα έρθει στο προσκήνιο ως αποκλειστικός διαχειριστής των πολιτικών της πραγμάτων ή θα παραμείνει στο πα­ρασκήνιο άβουλο αντικείμενο των αποφά­σεων των πολιτικών ελίτ.

Προς την κατεύθυνση αυτή, η ελληνική ιδιαιτερότητα θα μπορούσε υπό προϋπο­θέσεις ? και παρά το διπλό κακέκτυπο το οποίο βιώνει, ίσως και εξαιτίας? να ανα­ζητήσει τη θεμελιώδη λύση στο αδιέξοδο αυτό της νεωτερικότητας. Για τον σκοπό αυ­τό, είναι αναγκαίο να ανιχνευθούν εκ νέου ?με όση αισιοδοξία βουλήσεως μας απομέ­νει? οι ιστορικές διαδρομές της ελληνικής Δημοκρατικής παράδοσης: η αρχαία αθη­ναϊκή αυτοθέσμιση ?κατά τον Κορνήλιο Κα­στοριάδη? όψεις του βυζαντινού κοσμοσυ­στήματος ?κατά τον καθηγητή Κοντογιώρ­γη? αλλά και οι κοινότητες του Μεσαιω­νικού Ελληνισμού ?κατά τον Καραβίδα.

Οφείλουμε να ξαναδούμε στοιχεία της παράδοσής μας απαλλαγμένοι από τα στε­ρεότυπα των διαφόρων ?προοδευτισμών? και ?συντηρητισμών?, όχι για να αποκατα­στήσουμε με μια κάποιαν αρχαιολαγνεία ή προγονοπληξία ένα ιστορικά τελειωμένο παρελθόν, αλλά για να αναζητήσουμε, λοι­πόν, τα κρίσιμα, πολύτιμα συστατικά κριτή­ρια συγκρότησης μιας δημοκρατικής κοι­νωνίας. Να ξαναδούμε, δηλαδή, τη δια­χρονία του ιστορικού παρελθόντος μας με μια ?φρέσκια? ανανεωτική ματιά και έχο­ντας πάντα κατά νου ότι το ?πείραμα? αυτό μπορεί να έχει κάποιες πιθανότητες επι­τυχίας ?εάν και μόνο εάν? η σημασία του πειράματος δεν περιοριστεί στην ελληνική ?κοσμογονιά? αλλά αντίθετα αποκτήσει οι­κουμενική εμβέλεια και ενδιαφέρον.

Ίσως τότε βρει τη δικαίωσή του ο στίχος του Μονεμβάσιου ποιητή: ?Και να αδερφέ μου που μάθαμε να κουβαντιάζουμε ήσυ­χα και απλά, καταλαβαινόμαστε τώρα, δεν χρειάζονται περσότερα?. Ίσως τότε μέσα από τον οριστικό ενταφιασμό των αγορών να αναδυθεί εκ νέου η αγορά του Δήμου και των πολιτών.

*1ο βραβείο στον 1ο Ενδοσχολικό Διαγωνισμό Δημιουργικής Γραφής στην κατηγορία του δοκιμίου.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.