Ο Τελευταίος Χορός

ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ.

“On dit que je suis né le jour le plus froid du monde.
On dit que je suis né avec le cœur gelé.”

Λέγεται ότι γεννήθηκα την πιο κρύα μέρα που υπήρξε ποτέ, πως η καρδιά μου είναι φτιαγμένη από κρυστάλλους και τα μάτια μου, θολά. Ακόμα και οι κινήσεις μου είναι κόφτες σαν μύτες των σταλακτιτών μιας κρυφής σπηλιάς, που βρίσκεται σε κατάσταση εντροπίας.

Εκεί χορεύω τον πρώτο και τον τελευταίο μου χορό. Μέσα σε αυτή τη χαοτική σπηλιά έχω το δικαίωμα να εκφραστώ, και ας μην με ακούει κανένας. Στην πατρίδα μου δεν είχα το δικαίωμα να εκφραστώ.

Μα εδώ, σε αυτή τη σπηλιά, έχω το δικαίωμα να είμαι άνθρωπος.

Σε αυτό το χάος που για μένα μοιάζει με γαλήνη. Αυτό που οι άλλοι βλέπουν ως επισφαλές και παράτολμο, εγώ το βλέπω ως μια ήρεμη δύναμη.

Και βρίσκομαι εδώ. Σε αυτή τη σπηλιά και χορεύω ένα μελαγχολικό Tajik που μου θυμίζει το παλιό μου σπίτι. Στροβιλιζομαι λες και φοράω ένα μακρύ μεταξωτό φόρεμα, αντί για αυτά τα κουρέλια, και μοιάζω με ποϊνσέτια. Η κάθε άκρη των φαγωμενων δαχτύλων μου αγγίζει και λίγη σκόνη, και δημιουργείται ένας μικρός ανεμοστρόβιλος γύρω από το καταπονημένο σώμα μου. Οι πέτρες μου ματώνουν τις πατούσες ενώ προσέχω να μην σκιστεί το δέρμα μου ανάμεσα στους κοφτερούς βράχους. Τα μακριά μαλλιά μου μπλέκονται στους ιστούς αράχνης που διακοσμούν κάθε γωνιά αυτής της μυστικής κρυψώνας. Οι παλάμες μου, ταλαιπωρημένες, έσκαψαν πολύ και μάτωσαν για να φτάσω ως εδώ.

Και μετά; Δεν υπάρχει μετά. Ή μαλλον δεν ξέρω αν υπάρχει ή αν θα υπάρξει.

Πάντως ξέρω πως αφού σύρθηκα απο την παραλία στη σπηλιά, δεν ήρθε κανένας να μου πει τι πρέπει να κάνω: αλλά τι θα ήθελα να κάνω.

Να ανήκω ισότιμα σε μια κοινότητα.

Να αγοράσω ένα σπίτι.

Να παντρευτώ. Όποιον θέλω εγώ.

Να μιλήσω στο δικαστήριο.

Να φοράω ό,τι θέλω.

Να πάω στο νοσοκομείο.

Να ξεκουράζομαι. Όποτε θέλω εγώ.

Να προσεύχομαι ελεύθερα.

Να πάω στο σχολείο.

Να βρω μια δουλειά.

Να χορεύω.

Και μπόρεσα να χορέψω. Και μάλλον θα συνεχίσω να το κάνω αυτό, ακόμα και αν μου ρίχνουν πέτρες οι νυχτερίδες και με χλευάζουν, στοιχειώνοντας και τους χειρότερους μου εφιάλτες. Γιατί αυτός ο χορός είναι κάτι παραπάνω από εκτόνωση- είναι ένδειξη ελευθερίας.

Έμαθα πολλά σε αυτή τη σπηλιά. Τόσα που πλέον δεν με ενοχλεί το σκοτάδι.

Τώρα ξέρω τι μπορώ και τι αξίζω να έχω μόνο και μόνο επειδή είχα την τύχη να γεννηθώ άνθρωπος.

“Oh grand jamais tu ne devras oublier […]
Et surtout ne jamais oublier quoi qu’il arrive.”

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*