Η Λίζα Πίνχας διηγείται

ΓΡΑΦΕΙ: Η ΕΡΜΙΟΝΗ ΤΖΕΒΕΛΕΚΙΔΗ.

Η Λίζα Πίνχας διηγείται
(Αντιμέτωπη με το Ολοκαύτωμα, Εβραϊκό Μουσείο της Ελλάδος, 2014).

Με αφορμή την επέτειο του Ολοκαυτώματος γίνεται στο βιβλίο αυτό λόγος για τη συγκλονιστική μαρτυρία της Λίζα Πίνχας, μιας Εβραίας που διηγείται την ζωή της στα διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης που την μετέφεραν, τους ανθρώπους που γνώριζε και τα γεγονότα που συνέβησαν εκεί. Τα απομνημονεύματά της, ένα εξαιρετικά σημαντικό απόκτημα για τα αρχεία του Εβραϊκού Μουσείου, δόθηκαν εκεί από την ανιψιά της, Νανά-Μαζαλτώβ Μωυσή, έπειτα από τον θάνατο της συγγραφέως.

Πιο συγκεκριμένα, η Λίζα Μανό-Πίνχας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το έτος 1916, ήταν γόνος μια πολυμελούς και εύπορης οικογενείας. Δέχθηκε την ανάλογη παιδεία , όπως και τα αδέλφια της, ενώ στη συνέχεια επέκτεινε την οικογενειακή επιχείρηση κατασκευής γουναρικών και λίγο αργότερα παντρεύτηκε τον Ντάριο Πίνχας. Όταν ξεκίνησαν οι διαδικασίες για τον εκτοπισμό των Εβραίων, μόνο η Αντέλ Μάνο, αδελφή της Λίζας, φυγαδεύτηκε στην Αθήνα και γλύτωσε την απέλαση. Στα στρατόπεδα, ειδικότερα, η οικογένεια έχασε 112 συγγενείς, η ίδια η Λίζα είδε τον θάνατο της μητέρας της στους θαλάμους αερίων. Από την στενή οικογένεια σώθηκαν μόνο η Λίζα, η αδελφή της Μαρία, με την οποία υπέμειναν όλα τα σωματικά και ψυχικά βασανιστήρια για δύο χρόνια στα στρατόπεδα και η Αντέλ, όπως προαναφέρθηκε. Έπειτα από την απελευθέρωσή τους στις 29 Απριλίου 1945, ακολούθησε ένα πολύμηνο ταξίδι επιστροφής που τελικά οδήγησε στον επαναπατρισμό τους στις 6 Αυγούστου 1945.

Αν και έμαθε αργότερα πως ο σύζυγός της χάθηκε στα στρατόπεδα, η ίδια δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ, όμως είχε για συντροφιά την συγγραφή των τραγικών μνημών της από τα στρατόπεδα με απώτερο στόχο την έκδοσή τους. Για τριάντα χρόνια ολόκληρα έγραφε λοιπόν, με όση ακρίβεια μπορούσε, τα συμβάντα των στρατοπέδων ώστε να γνωστοποιήσει στο ευρύ κοινό τις φρικαλεότητες που λάμβαναν χώρα στα στρατόπεδα αλλά και να αποδώσει έναν φόρο τιμής σε όλους αυτούς που χάθηκαν άδικα σε αυτά. Η απελευθέρωσή της, όπως αναφέρει η Νανά, ήταν για αυτή πίκρα καθώς η γενοκτονία που έζησε θα ήταν ένα ισόβιο μαρτύριο. Έτσι, η ανάγκη της να κάνει την επιβίωση της να μετράει την οδηγούσε σε μια διαρκή ενασχόλησή της με όσα συνέβησαν , ίσως από το βάρος του ηθικού χρέους που είχε περιβάλλει την ζωή της έπειτα από τα στρατόπεδα.

Η Λίζα ξεκινάει την αφήγησή της παραθέτοντας πληροφορίες για τα γεγονότα πριν την απέλαση αλλά και για την οργάνωση των στρατοπέδων. Αρχίζει λοιπόν με τις επιθέσεις και τις λεηλασίες εβραϊκών σπιτιών και μαγαζιών από Γερμανούς στρατιώτες, όπως και με τις υποχρεωτικές συγκεντρώσεις των νεαρών Εβραιόπουλων, στις οποίες εκείνοι βωμολοχούσαν και βιαιοπραγούσαν εις βάρος τους. Ακόμη, αναφέρει το τρομερό γεγονός της βεβήλωσης του εβραϊκού νεκροταφείου στη Θεσσαλονίκη. Συνεχίζει με τους ρατσιστικούς νόμους που επιβλήθηκαν και τη διαταγή, η οποία όριζε πως οι Εβραίοι απαιτείται να φορούν στο στήθος το άστρο του Δαβίδ και να αναγράφουν στο σπίτι ή στο κατάστημά τους την επιγραφή «Εβραίος». Επίσης, απαγορευόταν να οδηγούν, να χρησιμοποιούν τα μέσα μεταφοράς, να παρευρίσκονται σε δημόσιους χώρους, όπως κινηματογράφους και καφενεία, καθώς και να βρίσκονται σε συγκεκριμένες περιοχές. Συνεχίζει με τη λεπτομερή περιγραφή των διαδικασιών διαλογής των Εβραιών από τους στρατιώτες για τη μεταφορά τους στα στρατόπεδα ή την άμεση εκτέλεσή τους, την «αρίθμησή» τους με νούμερο κρατουμένου, το υποτιμητικό κούρεμα, το παγωμένο λουτρό και τα ρούχα που τους παραχωρήθηκαν τα οποία ήταν τελείως ανθυγιεινά.

Επιπλέον, συνεχίζει με το στρατόπεδο Μπίρκεναου και την οργάνωση των μεγάλων μπλοκ με τα ξύλινα κρεβάτια, με τα λεπτά αχυρένια στρώματα τα οποία φυσικά δεν έφταναν για όλες τις κρατούμενες αναγκάζοντάς τες να κοιμούνται οκτώ με εννέα άτομα μαζί. Οι συνθήκες διαβίωσης είναι τρομακτικές, με τις ψείρες και τους ψύλλους να ταλανίζουν τις κρατούμενες αρρωσταίνοντάς τες. Η κατάσταση όλο και χειροτερεύει με το πρωινό εγερτήριο στις τέσσερις το πρωί που συνοδεύεται από βίαια χτυπήματα και υβριστικές προσφωνήσεις, ακολουθώντας τις ακόμη πιο ανθυγιεινές συνθήκες στα αποχωρητήρια. Στη συνέχεια, πρέπει να σταθούν για ώρες μπροστά από τα μπλοκ για την καθιερωμένη μέτρηση των κρατουμένων, όπου συχνά υπομένουν τις υλακές, τα χτυπήματα και τους εξευτελισμούς με τους οποίους αυτοί διασκεδάζουν.

Ένα τα πιο σημαντικά ζητήματα στο στρατόπεδο είναι η διατροφή, επειδή τα γεύματα είναι μικρά και καθόλου θρεπτικά. Επιπρόσθετα, δεν φτάνουν για να καλύψουν τις ζωτικές ανάγκες των κρατουμένων, αλλά πολλές φορές τους προκαλούν αρρώστιες, κάτι που αποτελεί αιτία εκτέλεσης. Αυτό τις οδηγεί να κλέβουν τρόφιμα από τα μαγειρεία ή από άλλες κρατούμενες, με απειλές. Συχνό φαινόμενο αποτελεί και η αποστολή «κάναντα», δηλαδή τροφίμων από τους φίλους των κρατουμένων από άλλα στρατόπεδα: ο αποστολέας με τον παραλήπτη βεβαίως δεν γνωρίζονταν και επρόκειτο απλώς για μια πράξη ανθρωπισμού που απέβλεπε στη σωτηρία των πιο ανήμπορων. Ακόμη και τα αναρρωτήρια δεν λειτουργούν ουσιαστικά, αφού δεν παρέχεται καμία ιατρική περίθαλψη. Σε μια σκηνή του βιβλίου η Λίζα αναγκάζεται να υπακούσει σε όλους τους εκβιασμού μιας ιατρού, ώστε να μην οδηγηθεί η αδελφή της Μαρί, που είναι στο αναρρωτήριο, στο θάνατο.

Η Λίζα αναφέρει την απόδραση μιας κρατούμενης, της Μάλα, μιας νεαρής Πολωνής από το Βέλγιο, η οποία είχε κερδίσει την εύνοια των αρχών του στρατοπέδου και μια προνομιακή θέση που της επέτρεπε να κινείται ελεύθερα ανάμεσα στα στρατόπεδα. Έτσι , γνώρισε έναν Πολωνό με τον οποίο και δραπέτευσαν. Το γεγονός αυτό γέμισε χαρά και ελπίδες τις υπόλοιπες κρατούμενες, οι οποίες ελπίζουν να μη συλληφθεί η Μάλα. Τελικά όμως οι Γερμανοί συλλαμβάνουν τη Μάλα, που τελικά πεθαίνει από τα χτυπήματα και τον ξυλοδαρμό.

Σε πολλά στρατόπεδα, όπως και στο Άουσβιτς γίνονται ιατρικά πειράματα πάνω σε υγιείς ανθρώπινες υπάρξεις, Εβραίους και Εβραίες, με πρόσχημα την «πρόοδο» της γερμανικής ιατρικής. Ο καθηγητής Καρλ Κλάουμπεργκ, επικεφαλής αυτών των πειραμάτων, χρησιμοποιεί για βοηθούς του νεαρούς Εβραίους γιατρούς. Η Λίζα μαθαίνει από μαρτυρίες άλλων γυναικών ότι στο «εργαστήριο» αυτό γίνονται γενετικά πειράματα, δηλαδή στειρώσεις και ακρωτηριασμοί. Όσες έπεσαν στα νύχια του Κλάουμπεργκ είτε πεθαίνουν είτε μένουν ανάπηρες. Καθώς ο «γιατρός» συνεχίζει το «έργο» του πάνω στα άμοιρα σώματα των γυναικών, πολλές από αυτές καταστρέφονται ως μελλοντικές μητέρες. Μια μέρα που ο Κλάουμπεργκ πρέπει να φύγει από το χειρουργείο νωρίτερα, ο βοηθός του Εβραίος γιατρός Σάμιουελ, προσπαθεί να σώσει όσες περισσότερες γυναίκες μπορούσε, διακόπτοντας τις τις φρικτές διαδικασίες που είχε ξεκινήσει εκείνος. Οι Γερμανοί τον ανακαλύπτουν και τον εκτελούν. Προς τιμήν του, η κρατούμενη Γ. Πιτσόν, θα δώσει στον γιο της το όνομά του: Σαμουήλ.

Από την μαρτυρία της Πίνχας δεν θα μπορούσαν να λείπουν τα κρεματόρια. Το Ζοντερκομάντο, συγκεκριμένα, ήταν μια ειδική ομάδα περισυλλογής των πραγμάτων όσων είχαν χαθεί στους θαλάμους αερίων λίγο μετά από την εκτέλεσή τους. Και τα μέλη όμως των Ζόντερκομάντο εκτελούνταν έπειτα από τους γερμανούς για να μην φανερωθούν οι φρικτές τους πράξεις. Στο Μπίρκεναου τα τέσσερα κρεματόρια είναι κρυμμένα στα δάσος. Τα θύματα οδηγούνται εκεί με τη γνωστή δικαιολογία του «μπάνιου»: οι ντουζιέρες αντί για νερό βγάζουν υδροκυάνιο («πρωσικό οξύ»), ένα ισχυρό δηλητήριο που δολοφονεί τους συγκεντρωμένους από ασφυξία. Τα πτώματα στοιβάζονται και αποτεφρώνονται από κρατούμενους. Γνωρίζουμε ότι στους θαλάμους αερίων των γερμανικών στρατοπέδων εξόντωσης πέθαναν έξι εκατομμύρια Εβραίοι. Λέξεις όπως Άουσβιτς, Τρεμπλίκα, Νταχάου, έγιναν από τότε συνώνυμες της φρίκης. Η Λίζα γράφει χαρακτηριστικά:

«Κι όλα αυτά τα θύματα ήταν οι μητέρες μας, οι πατεράδες μας, όλοι οι αγαπημένοι μας άνθρωποι. Ήταν τα αγαπημένα μας παιδιά που θανατώθηκαν πριν να χορτάσουν παιχνίδι και από τα οποία τους αφαίρεσαν το δικαίωμα να μεγαλώσουν, κόβοντάς τους το νήμα της ζωής με ένα ατιμωτικό κι ανελέητο ξίφος. Στρατόπεδα καταραμένα, μιασμένα από το αίμα και τις στάχτες αθώων, στρατόπεδα πλημμυρισμένα από δάκρυα και πόνο».

Στο δεύτερο μέρος της αφήγησής της η Λίζα πραγματεύεται την ζωή στα διάφορα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ξεκινάει με το στρατόπεδο Μπίρκεναου , όπου καταφτάνει αρχικά μαζί με άλλες Εβραιοπούλες φίλες της και δεν γνωρίζει τι φρίκη που την περιμένει εκεί. Αναφέρεται σε όλες τις βίαιες πράξεις εις βάρος τους από τους στρατιωτικούς άλλα και από άλλες κρατούμενες, τις αρρώστιες, την πείνα, τις προσπάθειες και τους αγώνες τους να κρατηθούν ζωντανές. Αργότερα θα την αλλάξουν στρατόπεδα και θα τη μεταφέρουν στο «Κάναντα» μαζί με τριακόσιες άλλες κοπέλες, όπου υπάρχουν και άνδρες Εβραίοι, οι οποίοι βοηθούν συχνά τις νεαρές κρατούμενες, προσφέροντάς τους τρόφιμα. Εκεί, όμως, τις υποβάλουν σε κάθε λογής καταναγκαστική εργασία. Στο στρατόπεδο γίνεται κρυφή «διακίνηση» εσωρούχων, τα οποία κλέβουν από τις απλώστρες για να τα ανταλλάξουν με τρόφιμα ή άλλα πολύτιμα αντικείμενα για το στρατόπεδο. Η Λίζα αναφέρεται διεξοδικά και στους αυστηρούς ελέγχους που γίνονταν στο στρατόπεδο, όπως και στις μολυσματικές ασθένειες που κυοφορούσαν.

Πολύ μεγάλες δυσκολίες προκαλούσαν οι άστατες καιρικές συνθήκες, αλλά κυρίως ο Πολωνικός χειμώνας που άφησε πολλά θύματα στο πέρασμά του. Η Πίνχας χαρακτηρίζει το μέρος αυτό ως «καταραμένη γη!». Έπειτα, η Λίζα στέλνεται στο Union-Fabrik του Άουσβιτς, ένα εργοστάσιο πολέμου, όπου οι στρατιωτικοί επέβαλαν στους κρατούμενους το μαρτύριο της ασταμάτητης εργασίας. Εκεί επιλέχτηκε να δουλέψει με άλλες συντρόφισσές της και Γερμανίδες κρατούμενες. Οι μεγάλες μηχανές της προκαλούν δέος, γρήγορα όμως συνηθίζει. Μέσα στο εργοστάσιο κάνει πολλές γνωριμίες, αποκτώντας σημαντικούς φίλους και φίλες. Ταυτόχρονα ζει τον τρόμο των συνεχών βομβαρδισμών, αφού τα εργοστάσια αυτά είναι στόχος για τους συμμάχους. Η περιπέτειά της όμως δεν τελειώνει εκεί: τη μεταφέρουν σε ακόμη ένα στρατόπεδο με πολύ χειρότερες συνθήκες, στο οποίο στοιβάζονται πολυάριθμες ψυχές. Οι ψείρες είναι και πάλι ένα καθημερινό βάσανο για τις κρατούμενες, όπως και οι μολυσματικές ασθένειες. Οι συνθήκες διαβίωσης είναι άθλιες. Ο αιφνίδιος θάνατος τη νύχτα από το κρύο αποτελεί συχνό φαινόμενο και προκαλεί τη φρίκη. Βέβαια, τα νέα για το επικείμενο τέλος του πολέμου αρχίζουν να διαδίδονται, και αυτό δίνει κουράγιο στους κρατούμενους να αντέξουν για να δουν την ημέρα της ελευθέριας. Οι ναζί από την άλλη, τώρα που βλέπουν να ηττώνται, φοβούνται τι θα επακολουθήσει. Μπροστά στο φάσμα και τον πανικό της επερχόμενης ήττας τους, οι Γερμανοί χαλαρώνουν, τις τελευταίες ημέρες, την ασφυκτική επιτήρηση χαλαρώνει και πολλές κρατούμενες σιγά-σιγά απελευθερώνονται. Στις 26 Απριλίου με εντολή του Ερυθρού Σταυρού οι Ελληνίδες και οι Ουγγαρέζες εγκαταλείπουν τα στρατόπεδα. Την επόμενη κιόλας ημέρα, αρχίζει το πολυπόθητο ταξίδι της επιστροφής στην πατρίδα.

Όμως, η ελευθερία φέρνει και μεγάλη λύπη, καθώς δεν υπάρχουν πλέον οικογένειες και αγαπημένοι να γιορτάσουν, αλλά μόνο χήρες και ορφανά. Τόσοι αδικοχαμένοι άνθρωποι, τόσα εκατομμύρια που έπρεπε να δολοφονηθούν μόνο μόνο και μόνο επειδή γεννήθηκαν Εβραίοι: αυτό αρκούσε στη ναζιστική παραφροσύνη! Η Λίζα Πίνχας λοιπόν προσπαθεί να αποδώσει τιμή σε όλους αυτούς τους ανθρώπους, την οικογένειά, τον άνδρα της, τις φίλες της και όλους τους άλλους, μέσα από την καταγραφή των βιωμάτων της, ώστε κανείς να μην ξεχάσει ποτέ τι έγινε σε αυτά τα «εργοστάσια θανάτου». Προσπαθεί επίσης να δώσει ένα νόημα και στη δική της επιβίωση από τα κολαστήρια αυτά, για να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή της, χωρίς όμως ποτέ να ξεχάσει. Στην αρχή του βιβλίου γράφει:

«Ετούτη η νέα Χάγκαδα, πόσο πολύ πιο τραγική θα μεταδίδει την ιστορία των μαρτύρων, την ιστορία που έζησαν οι αγαπημένοι μας στην κόλαση του Άουσβιτς. Κι ετούτο επιβάλλεται! Οι μελλοντικές γενιές πρέπει να μάθουν, για να μην ξανακυλήσουν σε μια νέα άβυσσο βαρβαρότητας, μες στην οποία μπορούν μοιραία να οδηγηθούν, αν δεν λάβουμε εγκαίρως μέτρα».

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*