Κατά αναρχίας του κυβερνο-λόγου (και όχι ελευθερίας του λόγου)

ΓΡΑΦΕΙ: Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ-ΤΣΕΛΙΓΚΑΣ. 

Οδηγίες προς ναυτιλλομένους

Το Διαδίκτυο είναι ένας παράδεισος πολυφωνίας. Πολλές φορές, όμως, μοιάζει περισσότερο με πεδίο «προεκλογικό», λαϊκιστικό, όπου ο καθείς μιλάει χωρίς να ξέρει πάντα και ο ίδιος τι λέει και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να αποσπάσει τα βλέμματα και τις εντυπώσεις με αερολογίες και μειωτικές επιθέσεις στον όποιον «αντίπαλο» εκμεταλλευόμενος την αναρχία (όχι ελευθερία) του λόγου και την ασφάλεια του ψηφιακού απροσώπου. Το λαϊκιστικό στοιχείο βρίσκεται ακριβώς στο ότι επιδίδεται στο χάιδεμα των αυτιών και στην πλεύση με τα νερά της κοινής, μη έγκυρης αντίληψης και γνώσης.

13427799_1026931267361388_529407595326189006_n

(Από τη σελίδα: https://www.facebook.com/LemeTaIdiaGiaToMohammed. Η εικόνα εδώ: https://www.facebook.com/LemeTaIdiaGiaToMohammed/photos/a.425458154175372.102012.425429727511548/1026931267361388/?type=3 )

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, και επειδή πιστεύω ότι όλοι πρέπει να απεχθανόμαστε την κατάσταση αγνοίας και παραπληροφόρησης, αποφάσισα να καταθέσω το προσωπικό μου σχόλιο στην παραπάνω εικόνα ? πίνακα, την οποία βρήκα στο Διαδίκτυο. Θα αναφερθώ μόνο στον Χριστιανισμό, καθώς για το Ισλάμ δε γνωρίζω πολλά πράγματα, αλλά θα ήθελα να καλέσω όποιον έχει επαρκή και εμπεριστατωμένη γνώση επί του θέματος να καταθέσει από πλευράς του. Πάντως, όσα θα αναφερθούν δεν πρέπει να θεωρηθούν εντός του πλαισίου μίας κάποιας προσπάθειας απώθησης πυρών εναντίον της θρησκείας αυτής, αλλά ως προσπάθεια ανασκευής ή έστω ζωτικού προβληματισμού επί των προϊόντων του ανεξέλεγκτου ?εσωτερικά και εξωτερικά- lesser passer του Διαδικτύου. Το ζήτημα, δηλαδή, δεν είναι τόσο το συγκεκριμένο περιεχόμενο, όσο η ανάγκη αντιμετώπισης αυτής της ακατάσχετης ιντερνετικής φλυαρίας και ο σκεπτικισμός απέναντι στη φλυαρία αυτή.

Προέχει κάτι ακόμη: η διασάφηση ότι με την έννοια «Χριστιανισμός» δεν εννοούμε πάντα το ίδιο πράγμα. Πρόκειται για την πλέον διαδεδομένη θρησκεία, ναι. Αφενός, όμως, όπως και σε κάθε θρησκεία, πολλές φορές υπάρχει απόκλιση μεταξύ θεολογίας και κοινωνικής πρακτικής. Αφετέρου, υπό την έννοια του Χριστιανισμού πρέπει να θυμόμαστε ότι στεγάζονται τρεις διαφορετικές ομολογίες, με πολλά παρακλάδια («Ορθοδοξία», «Καθολικισμός», «Προτεσταντισμός»).

Ανασκευή

1ον. Από την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει σαφής και πάγια θέση απέναντι στους ομοφυλόφιλους (όπως άλλωστε και για άλλα πράγματα). Για του λόγου το αληθές, μεμονωμένοι ιεράρχες καταφέρθηκαν εναντίον του συμφώνου συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια[1]. Γενικά, στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει ευελιξία σε διάφορα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης και της ομοφυλοφιλίας, ενώ αν και εκφράζονται κάποιες πιο επίσημες θέσεις, εντούτοις τα πράγματα δεν είναι απόλυτα και ασφυκτικά. Ο Πάπας Φραγκίσκος από την άλλη φέρεται να επικεντρώνεται με τις κατά καιρούς δηλώσεις του στο δρόμο του Ευαγγελίου και όχι στις σεξουαλικές προτιμήσεις του ανθρώπου που ακολουθεί το δρόμο αυτό.

2ον. Η υποτίμηση των γυναικών είναι μάλλον πλάνη. Ο απόστολος Παύλος λέει ότι πρέπει αφενός η γυναίκα να σέβεται τον άνδρα της, αφετέρου ο άνδρας να αγαπά τη γυναίκα του «όπως αγαπά το σώμα του»[2] και «τον εαυτό του»[3]. Επίσης, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος καταφέρθηκε εναντίον του νομοθετικού συστήματος λέγοντας πως είναι φτιαγμένο από άντρες και γι? αυτό οι γυναίκες αδικούνται. Σημειωτέον, αυτά και όχι μόνο αναφέρονται και στο βιβλίο θρησκευτικών της Γ? Λυκείου[4]. Αυτό δείχνει και μια άλλη όψη, η οποία και προαναφέρθηκε: η εφαρμογή ενός θρησκευτικού συστήματος στην πολιτική και την κοινωνία δε συνάδει πάντα με το ίδιο το σύστημα, αλλά γίνεται ένας “εξανθρωπισμός” του με την εμπλοκή ανθρώπινων αναγκών, συμφερόντων, αδυναμιών κλπ. Μάλλον η εν λόγω «υποτίμηση» έγκειται, τελικά, σε μια ματιά του χθες με τα μάτια του σήμερα?

Ακόμα, όμως, να επισημάνουμε ότι οι θρησκείες και οι παραδόσεις αποσκοπούν στην ευτυχία του ανθρώπου. Ως εκ τούτου, η όποια αντίληψη για τις γυναίκες, στην περίπτωση αυτή, υπήρχε για να τις οδηγήσει σε αυτό που πιστευόταν ως ευτυχία και όχι για να καταδικάσει την ύπαρξή τους, πράγμα τουλάχιστον αφελές, αφού δεν είναι δυνατόν να αλλάξουν τα φυσικά χαρακτηριστικά, η μορφή και οι λειτουργίες που αποτελούν τη φυσική πραγματικότητα του γυναικείου φύλου εν προκειμένω. Το σημείο αυτό είναι, βέβαια, συζητήσιμο (πάνω στο ζήτημα της ευτυχίας), αλλά όχι χωρίς βάσεις, οι οποίες πιστεύω πως μπορούν να αναζητηθούν και στο Ισλάμ.

3ον. Η αντίληψη για το σεξ ενσωματώθηκε, δυστυχώς, εκτενώς στο χριστιανικό δόγμα λόγω της επιρροής των νεοπλατωνιστών. Αμφισβητείται, όμως, σήμερα από θεολόγους, τουλάχιστον στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ότι η διδασκαλία του Χριστού, αλλά και της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρεται στην καταδίκη της ερωτικής πράξης και εν γένει του σώματος. Το ζήτημα για την εκκλησία (τουλάχιστον την “Ορθόδοξη”) είναι το ποιόν της ερωτική σχέσης. Αν αυτή είναι μια σχέση προσώπων ή εκμεταλλευτή-αντικειμένου καθώς και η πρόοδός της ως απόλυτη ένωση των προσώπων αυτών υπό το βλέμμα του Θεού. Το σεξ, χωρίς απαραίτητα την τεκνοποιία, αποτελεί μέσο αναζήτησης του άλλου. Αυτά επίσης αναφέρονται στο σχολικό εγχειρίδιο[5]. Ακόμη, αξίζει να εξετάσει κανείς το συγγραφικό έργο σημερινών θεολόγων, όπως του πατρός Φιλοθέου Φάρου (εν προκειμένω, στο βιβλίο «Έρωτος Φύσις»[6]).

4ον. Δεν βλέπω γιατί είναι απαραίτητα κακή η επαγγελία μιας μετά θάνατον ζωής. Εφόσον δεν μπορεί να αποδειχθεί η υπόσταση μιας μετά θάνατον πραγματικότητας (αφού πρόκειται για αντικείμενο της θρησκευτικής πίστης), ο καθένας μπορεί να πιστεύει αυτό που θεωρεί ότι τον βοηθά ή που αισθάνεται ότι θέλει να πιστεύει.

5ον. Τη λέξη «αμαρτωλοί» θα αντικαθιστούσα με το «μη πιστεύσαντες» ή «μη αδελφοί». Για τον Χριστιανισμό ολόκληρος ο κόσμος φέρει το στίγμα της αμαρτίας από την Πτώση των Πρωτοπλάστων. Έτσι και ο κάθε άνθρωπος που γεννιέται, ζει και πεθαίνει είναι αμαρτωλός: «? ?ναμ?ρτητος ?μ?ν πρ?τος βαλ?τω λ?θον ?π’ α?τ?ν», αλλά κανείς δεν τόλμησε να ρίξει πέτρα στην γυναίκα[7]. Η χριστιανική διδασκαλία άλλωστε έχει ως κέντρο τη θυσία του «Υιού του Θεού», ο οποίος ενανθρωπίσθη και πέθανε για να έχουν πια οι άνθρωποι τη δυνατότητα να αποδεσμευτούν από την αμαρτία και ό,τι αυτή συνεπάγεται. Όλοι, χριστιανοί και μη, έχουν τη δυνατότητα να βρεθούν στη «Βασιλεία του Θεού». Πάντως, πρέπει να σημειώσουμε αυτό το πράγματι αδύναμο σημείο: τον φόβο της αιώνιας τιμωρίας της κολάσεως.

6ον. Στον αληθινό Χριστιανισμό υπάρχει μια ποιοτική διαφορά στον θάνατο για την πίστη σε σχέση με την αντίληψη των Σταυροφόρων όλων των αιώνων και των εξτρεμιστών – ισλαμιστών (όχι των μουσουλμάνων): είναι (ή ήταν, όταν οι διώξεις αποτελούσαν καθημερινότητα σε όλο τον τότε γνωστό από τους Δυτικούς κόσμο) θεμιτός, ίσως και επιδιωκτέος ο «παθητικός» θάνατος του πιστού από τρίτο πρόσωπο επειδή ομολόγησε και υπερασπίστηκε απλώς την πίστη του και όχι επειδή πολέμησε τους “απίστους” και τους εξόντωσε (αυτό δηλαδή που έγινε στους θρησκευτικούς πολέμους). Πρόκειται, ουσιαστικά, για υπεράσπιση της ελευθερίας βούλησης και γνώμης (μια έννοια γέννημα του Διαφωτισμού ή όχι;). Και εδώ, όμως, πρέπει να σημειωθεί η αγιοποίηση ανθρώπων που είναι αρκετά αμφιλεγόμενο πόσο «πράοι» ήταν (βλέπε «Μέγας» Κωνσταντίνος).

7ον. Τα ιερά κείμενα είναι ιερά επειδή κατά τη χριστιανική πίστη είναι «θεόπνευστα». Αυτό σημαίνει ότι απορρίπτεται η όποια αλλοίωσή τους επιτρέπεται όμως η ερμηνευτική προσέγγιση του περιεχομένου τους. Οι χριστιανικές ομολογίες επιδίδονται σε συστηματική ερμηνευτική θεολογία εδώ και αιώνες. Σημαντικό είναι ότι υπάρχει σήμερα μια τάση ακόμη μεγαλύτερης προσέγγισης επιστημών (όχι μόνο θετικών) και θρησκείας που περιλαμβάνει αυτήν την ερμηνευτική διάσταση των Γραφών.

8ον. Όπως προαναφέρθηκε, η εφαρμογή ενός θρησκευτικού συστήματος στην πράξη αλλοιώνεται από διάφορους ανθρώπινους παράγοντες. Οπότε, η φράση “κατά γράμμα” πρέπει να εννοηθεί ως η κοινωνική εφαρμογή της θρησκείας μετά από την αλλοίωση αυτή. Τέτοια αλλοίωση υπήρξε και κατά τους θρησκευτικούς πολέμους κατά των “άπιστων” μουσουλμάνων, ζωροαστρών και άλλων ανά τους αιώνες.

9ον. Τελικά, ο χαρακτηρισμός “άθεος” για τον Διαφωτισμό οφείλεται σε αυτήν την παρανοημένη κατά καιρούς εφαρμογή της χριστιανικής διδασκαλίας (η οποία έχει με τη σειρά της δεχθεί διάφορα ερεθίσματα που την διαμόρφωσαν). Γιατί ο Διαφωτισμός πολέμησε κατά κύριο λόγο τα κατάλοιπα της Ιεράς Εξέτασης, τους αμόρφωτους ιερείς και πιστούς και εν γένει το πνευματικό σκοτάδι, όχι την θρησκευτική πίστη. Μάλιστα, οι στοχαστές που ανήκουν στο κίνημα του Διαφωτισμού δεν ήταν καν στο σύνολό τους άθεοι ?τουλάχιστον με την έννοια της πίστης σε ένα ανώτερο Ον, λιγότερο ή περισσότερο παρόμοιο με τον «παραδοσιακό» χριστιανικό Θεό, όπως συνέβη με τον «ντεϊσμό». Πρόκειται, λοιπόν, για αφελή νύξη, αφού στοχεύει σε αφελή αντίληψη.

10ον. Η σύνδεση ενός κράτους με μια θρησκεία δεν συνεπάγεται απαραιτήτως αρνητικά αποτελέσματα. Επίσης, όπως και να ΄χει, δεν ευθύνεται η θρησκεία ως αυτοτελής παράγοντας για την στενή ίσως σχέση αυτή. Στην περίπτωση της Ελλάδας, αιώνες ολόκληροι ιστορίας διαμόρφωσαν τον κοινωνικό τύπο που ονομάζουμε «Ελληνορθόδοξοι». Απλώς έτυχε (με την έννοια της ύπαρξης ευνοϊκών παραγόντων και πρακτικών) η συγκεκριμένη θρησκεία να ριζώσει κυρίως σε αυτήν τη γεωγραφική περιοχή. Δεν ευθύνεται όμως καθεαυτή για την εμπλοκή του εκκλησιαστικού χώρου στον κρατικό. Άλλωστε, στα πλαίσια της γένεσης του έθνους κράτους το 19ο αιώνα, η θρησκεία στην Ελλάδα αποτέλεσε ένα από τους θεμελιώδεις ενοποιητικούς παράγοντες του Έ(έ)θνους, ακριβώς επειδή είχε προηγηθεί αυτό το πολιτισμικό ζύμωμα κατά τη διάρκεια της βυζαντινής και οθωμανικής κυριαρχίας. Ως εκ τούτου, κρίθηκε μείζονος σημασίας η ένωση της Εκκλησίας με το Κράτος για την υπόσταση του τελευταίου σε έναν κόσμο που άλλαζε, έναν κόσμο εθνικών κρατών. Θα ήταν, όμως, ανακριβές και ελλιπές να αναφερθούμε μόνο στην μία κατεύθυνση, δηλαδή από την Εκκλησία στο Κράτος. Γιατί στην περίπτωση της Ελλάδας, το Κράτος ήταν αυτό που παρενέβη καθοριστικά στο εκκλησιαστικό καθεστώς με την διοικητική απόσχιση, με σχετικό νόμο, της Ελλαδικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Και αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί μονάχα στην Βαυαρική διακυβέρνηση της Αντιβασιλείας και του Όθωνα, αφού η πράξη της «αυτοκεφαλίας» επικυρώθηκε από την Εθνοσυνέλευση, μετά την επανάσταση του 1843, μέσω της ανάλογης συνταγματικής ρύθμισης στο πρώτο σύνταγμα του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους[8].

Νομίζω πως θα ήταν σκόπιμο να προβληματιστούμε πάνω στο αν ένας τυπικός διαχωρισμός Εκκλησίας-Κράτους μπορεί να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στο πολιτισμικό υπόβαθρο που έχει διατηρηθεί μέχρι και σήμερα. Αυτό, φυσικά, δεν απορρίπτει την προσπάθεια επίλυσης ζητημάτων, όπως η μισθοδοσία των ιερέων από φόρους πολιτών που δεν δηλώνουν χριστιανοί. Πάντως, και εδώ δε νομίζω ότι είναι τόσο απλά τα πράγματα όσο φαίνονται. Γιατί οι (απλοί τουλάχιστον) ιερείς ?όχι μόνο της χριστιανικής, αλλά και της μουσουλμανικής θρησκείας, τουλάχιστον αναφορικά με την μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης-  δεν είναι παρά δημόσιοι υπάλληλοι για το κράτος. Εκτός αυτών μισθοδοτούνται πολλοί άλλοι κλάδοι του δημοσίου από τους φόρους των πολιτών. Μήπως πρέπει να δούμε τα πράγματα πιο σφαιρικά; Συνολικά, θεωρώ ότι η τρέχουσα κατάσταση μεταξύ Εκκλησίας ? Κράτους επιδέχεται σημαντικής βελτίωσης και πως πρέπει να είμαστε προσεκτικοί σε μια πιθανή ριζική αναθεώρηση του καθεστώτος αυτού- δεν πρόκειται για εύκολη και απλή υπόθεση.

Εικόνα: https://pbs.twimg.com/media/CN6ZGkRWIAIY9GP.jpg

[1] Π.χ. ο μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ.

[2] Εφεσ. 5: 28

[3] Εφεσ. 5: 33

[4] Μάριος Π. Μπέγζος, Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου, Θέματα Χριστιανικής Ηθικής, Γ? Γενικού Λυκείου, σ. 89.

[5] Μπέγζος ? Παπαθανασίου, ό.π., σ. 90-92.

[6] π. Φιλόθεος Φάρος, Έρωτος Φύσις, εκδ. Αρμός, Αθήνα.

[7] Ιωάν. 8: 7-9.

[8] Σύνταγμα του 1844, άρθρο 2 (μπορεί να βρεθεί και στο σχολικό εγχειρίδιο της Γ? Λυκείου ιστορίας προσανατολισμού: Αγαθοκλής Αζέλης κ.ά, Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας, σ. 73)

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*