Τι μας διδάσκει το σχολείο;

ΓΡΑΦΕΙ: Ο ΝΙΚΟΣ ΣΤΕΜΠΙΛΗΣ.

Το σχολείο είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας και ένα από τα κυριότερα μέσα που αυτή έχει για να διαιωνίζει τον εαυτό της. Είναι ο θεσμός που μαθαίνει στους νέους ανθρώπους ότι τα πράγματα γίνονται με έναν συγκεκριμένο τρόπο και με κανέναν άλλον. Δεν είναι λοιπόν καθόλου περίεργο γιατί κάθε κοινωνία μεριμνά για τη δημιουργία και τη λει­τουργία σχολείων, από την αρχαιότητα ακόμα. Το σημερινό ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι τρανή απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού, διότι καθρεφτίζει όλα σχεδόν τα χαρακτηριστικά της σημερινής ελληνι­κής κοινωνίας, από τον ελληνοκεντρισμό και την θρησκειοκρατία, μέχρι την έλλειψη αξιολόγησης και την απέραντη γραφειοκρατία. Τα όσα γρά­φονται στο παρόν κείμενο, αποτελούν συμπεράσματα από την εμπειρία του συντάκτη στις σχολικές αίθουσες, καθώς και από συζητήσεις με μαθητές και εκπαιδευτικούς.

Γιατί όμως η κοινωνία να διαιωνίζει τον εαυτό της; Είναι γεγονός ότι κάθε γενιά έχει μια τρομακτική ανησυχία για τον δρόμο που βαδίζει η επόμενη. Πρόκειται για μια ρύθμιση πιθανώς προγραμματισμένη στον ανθρώπινο εγκέφαλο, από εποχές που το ανθρώπινο είδος έπρεπε να προστατεύει καθημερινά τον εαυτό του από τις καιρικές συνθήκες και τα ζώα, και η (ασφαλής) διαιώνιση του είδους ήταν πολύ ψηλά στις μέριμνες των ανθρώπων. Τώρα πια, που η επιβίωση του είδους είναι εξασφαλι­σμένη, ο φόβος αυτός έχει αλλάξει μορφή, και πλέον οι γονείς ανησυχούν για το ντύσιμο, τη μουσική, τη νοοτροπία και την ηθική των παιδιών τους. Η γενιά των πατεράδων μας, που άκουγε rock και χόρευε μπλουζ κρυφά από τους γονείς της, τώρα λέει στα παιδιά της να μην ακούνε hip-hop. Πράγματα που σήμερα θεωρούνται mainstream, κάποτε ήταν απα­γορευμένα, ανήθικα και χαρακτηριστικά «νεανικής απερισκεψίας». Και πέρα από τη μουσική, οι πολιτικές και κοινωνικές απόψεις έχουν περί­που την ίδια μοίρα.

Ακόμα λοιπόν και αν δεχτούμε ότι το σχολείο δημιουργήθηκε πρωτί­στως για τη μετάδοση γνώσης ? αν και διατηρώ τις ενστάσεις μου ?  είναι επόμενο να εμποτιστεί με αυτές τις ανησυχίες και τους φόβους της γε­νιάς που διδάσκει, για τη γενιά που μαθαίνει. Η καθαρή μετάδοση της πληροφορίας είναι πανεύκολη (ειδικά στη σημερινή εποχή) και δεν χρειάζεται το σχολείο. Ακούγεται εξωφρενική η ιδέα να καταργηθεί το σχολείο ως θεσμός, και η μετάδοση της πληροφορίας να γίνεται μέσα από την υποχρεωτική ανάγνωση κάποιων βιβλίων ή από το διαδίκτυο, παρ? ότι η μετάδοση γνώσης επιτυγχάνεται, και μάλιστα με ελάχιστο κόστος για το κράτος.

Ξεκίνησα όμως λέγοντας ότι το σχολείο είναι καθρέφτης της κοινω­νίας, και εξηγούμαι. Ο τρόπος διοίκησης του κράτους γίνεται οπωσδή­ποτε και τρόπος διοίκησης του σχολείου. Η νοοτροπία που έχει ο κάθε πολίτης προς την Πόλη, είναι περίπου η νοοτροπία που έχει ο κάθε μα­θητής προς το σχολείο. Όσο ψυχρή, απόμακρη, ακόμα και εχθρική είναι η σχέση πολίτη-κράτους, άλλο τόσο είναι και η σχέση μαθητή-σχολείου. Έχοντας υπόψιν τα προηγούμενα, οι αξίες τις οποίες έχει το κράτος, με­ταφέρονται αυτούσιες μέσω του σχολείου στους μαθητές του (τουλάχι­στον θεωρητικά). Το επίπεδο πολιτικοποίησης που έχει ο ελληνικός λαός, είναι το ίδιο με αυτό του ελληνικού λυκείου. Και είναι απόλυτα λογικό ότι δεν μπορεί μια κοινωνία να μορφώνει τους νέους (να τους δίνει «μορφή») αντίθετη στα όσα πιστεύει η ίδια. Βεβαίως μεταδίδονται και επιθυμητές, πανανθρώπινες αξίες, αλλά επιλέγω να ασχοληθώ με την αρνητική πλευρά του θέματος.

Αν παρατηρήσουμε λίγο πιο προσεκτικά το ελληνικό σχολείο, θα δού­με τη σχέση αυτή σε πιο συγκεκριμένα παραδείγματα. Από το μάθημα της ιστορίας και της λογοτεχνίας, μέχρι τους εορτασμούς των εθνικών επετείων και τα μαθητικά συμβούλια, το σχολείο είναι ελληνικό σε όλα του. Και ακριβώς αυτήν την παρατήρηση σκοπεύω να αναπτύξω στο υπόλοιπο του κειμένου μου.

Ας αρχίσουμε από τη γλώσσα. Η γλώσσα, ως τρόπος επικοινωνίας αλλά και σκέψης, είναι από τα βασικότερα κομμάτια που συνθέτουν την προσωπικότητα του καθενός. Το ελληνικό σχολείο προσπαθεί να ομογε­νοποιήσει την κοινωνία διδάσκοντας σε όλους μία ομιλούμενη γλώσσα, που πολλές φορές διαφέρει από το ιδίωμα που χρησιμοποιεί  ο καθένας, και σίγουρα διαφέρει κατά πολύ από τη γλώσσα που χρησιμοποιούν οι μαθητές μεταξύ τους. Η κοινή γλώσσα ή ο κοινός τρόπος χρήσης της φυσικά είναι από τους παράγοντες που συντελούν στη δημιουργία κοι­νής (όχι μόνο εθνικής) συνείδησης μεταξύ μικρότερων ή μεγαλύτερων ομάδων. Μαθαίνοντάς τους ελληνικά, το σχολείο «έκανε Έλληνες» (όχι μόνο του βέβαια) τους κατοίκους των εδαφών που κατακτήθηκαν π.χ. μετά τους βαλκανικούς πολέμους. Θα περίμενε λοιπόν κανείς το μάθημα της έκθεσης, στο λύκειο ειδικά, να είναι ουσιαστικό και να φτιάχνει μα­θητές που ξέρουν τουλάχιστον να μιλάνε και να γράφουν σωστά. Βέβαια, η επιτυχία του είναι αρκετά περιορισμένη, αν κρίνουμε από το γλωσσικό επίπεδο του μέσου έλληνα που χρειάζεται μετάφραση του Παπαδιαμάντη και που δεν μπορεί να ξεχωρίσει πώς γράφεται η κατάληξη κάθε ρημα­τικής φωνής.

Δεύτερο βασικό στοιχείο της ταυτότητας καθενός είναι η ιστορία. Το μάθημα όμως της ιστορίας όπως διδάσκεται στα σχολεία, δεν στοχεύει στην ουσιαστική κατανόηση της ιστορίας (ή το κάνει μόνο στα χαρτιά). Τα σχολικά βιβλία ιστορίας δίνουν την ψευδή αίσθηση της τρισχιλιετούς συνέχειας του ελληνισμού και της «ιστορικής ανωτερότητας» του λαού μας, που φυσικά περιλαμβάνει τόσο τον κάθε σημερινό έλληνα, όσο και καθέναν που έτυχε να ζει σε αυτά τα εδάφη πριν από περίπου δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Όλες οι ένδοξες στιγμές αναφέρονται εκτενώς, και κατ? επανάληψη, ενώ ακολουθεί συνήθως κάποιο κεφάλαιο με τίτλο: «Τα χρό­νια της παρακμής» που περνάει 3-4 αιώνες, ειδικά αν μιλάμε για το Βυ­ζάντιο. Δεν μαθαίνουμε πώς ήταν πραγματικά η ζωή σε κάθε εποχή. Πώς ζούσε ένας αγρότης π.χ. στην αθηναϊκή Δημοκρατία του Περικλή, και ο πέρσης που τον πολέμησε, όμως σίγουρα ξέρουμε πότε και πού πολέ­μησαν, και με ποιο ευφυές σχέδιο νίκησε ο αθηναίος. Ο μέσος έλληνας φυσικά, έχοντας αποφοιτήσει χρόνια από το σχολείο, είναι ενοχλητικά ανιστόρητος, ειδικά όσον αφορά εποχές μετά το 1920, και κουβαλά μαζί του όλη την εθνική μυθολογία, που διδάσκει και στα παιδιά του, με την απαραίτητη εθνική υπερηφάνεια.

Επίσης απαραίτητο μέρος για τη συγκρότηση της ελληνικής ταυτότη­τας είναι η θρησκεία. Το μάθημα των θρησκευτικών αποτελεί αρκετά συχνά αντικείμενο πολιτικής διαμάχης για το κατά πόσο θα πρέπει να είναι υποχρεωτικό ή πόσο εύκολη θα πρέπει να είναι η διαδικασία απαλ­λαγής. Η ελληνική εκκλησία όμως είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το ελ­ληνικό κράτος, από την ίδρυσή του, σε βαθμό που ενοχλεί αρκετούς όταν ο πρωθυπουργός της χώρας ορκίζεται με πολιτικό όρκο αντί θρησκευτι­κού. Η θρησκευτική παιδεία θεωρείται βασική για κάθε άνθρωπο που θέλει να λέγεται μορφωμένος, κάτι που κάνει το μάθημα των θρησκευτι­κών σημαντικό για το σχολείο. Με λύπη όμως διαπιστώνουμε ότι είναι ένα μάθημα καθαρά ορθόδοξο, με τις υπόλοιπες θρησκείες, πέραν της επίσημης, να αναφέρονται μόνο σε ένα κομμάτι της δευτέρας λυκείου, όπου ακόμα και εκεί ο τίτλος του βιβλίου είναι: Χριστιανισμός και θρη­σκεύματα. Προσωπικά κατηγορώ την αναποτελεσματικότητα του μαθή­ματος αυτού, όπως διδάσκεται και διδασκόταν, για την αντίληψη αρκε­τών ότι όλοι οι μουσουλμάνοι είναι τρομοκράτες. Όταν δεν μπαίνουμε στον κόπο να ανοίξουμε το Κοράνιο μέσα στην τάξη, μπορούμε εκτός αυτής να έχουμε ό,τι εικόνα θέλουμε για το τι γράφει μέσα. Θα έπρεπε όμως κάθε απόφοιτος του λυκείου να ξέρει ποιες είναι και οι υπόλοιπες υποχρεώσεις του πιστού μουσουλμάνου.

Με αυτόν τον τρόπο, το σχολείο καθρεφτίζει την κοινωνία και τις σχέσεις της με τη θρησκεία. Γενικά όμως η θρησκεία έχει απαξιωθεί, με ένα τεράστιο κομμάτι της κοινωνίας να είναι πιστοί μόνο κατ? όνομα και να πηγαίνουν στην εκκλησία κάθε χρόνο στην Ανάσταση. Βέβαια δεν παραδέχονται την αθεΐα τους ανοιχτά και δηλώνουν Χριστιανοί αν ερω­τηθούν. Στο σχολείο ευτυχώς υπάρχει μία πρόοδος, γιατί το μεγάλο πο­σοστό των μαθητών που ανήκουν στην κατηγορία αυτή, δεν κουβαλούν τα συμπλέγματα που η κοινωνία είχε δημιουργήσει στους γονείς τους, και δεν χρειάζεται να είναι τυπικά πιστοί. Και λέω ευτυχώς, γιατί όσοι δηλώνουν πιστοί, κατά πάσα πιθανότητα το εννοούν. Πάντως επειδή διδάσκει η προηγούμενη γενιά, οι τυπικές αυτές σχέσεις μεταφέρονται και στο σχολείο, με την προσευχή κάθε πρωί, τον αγιασμό, και τον εκ­κλησιασμό, που ελάχιστα πράγματα σημαίνουν για τον μέσο μαθητή, και επίσης ελάχιστη προσοχή τους δίνει.

Τα μαθήματα όμως που χρησιμοποιήθηκαν ως «όπλα» περισσότερο, είναι αυτά που σχετίζονται με την τέχνη. Η σχέση του μέσου έλληνα με την τέχνη είναι απογοητευτική. Τι ποσοστό των ελλήνων μπορούν να ονομάσουν έναν ζωγράφο, έναν μουσικό κι έναν συγγραφέα ανά αιώνα από τον 18ο μέχρι σήμερα; Και δεν ισχυρίζομαι ότι εγώ μπορώ, κάτι που μόνο ενισχύει τους ισχυρισμούς μου. Και εδώ, το σχολείο φροντίζει να δώσει συγκεκριμένα ερεθίσματα και δεν μπαίνει καν στον κόπο να ανα­φέρει αρκετές πτυχές της τέχνης. Με πιάνει φρίκη, όταν τώρα πια θυμά­μαι τι τραγουδούσαμε στο μάθημα της μουσικής στο δημοτικό. Όλα τα τραγούδια ανεξαιρέτως είχανε αναφορές στον Θεό ή την πατρίδα, συνή­θως και στα δύο. Φυσικά όλοι κατηγορούμε τη δικτατορία που έβαζε τα παιδιά να τραγουδάνε για μέρες σωτηρίας, φτωχές μανάδες κλπ, αλλά μάλλον μας ενοχλεί το περιεχόμενο, και όχι ο τρόπος.

Τα εικαστικά υπάρχουν στο δημοτικό και το γυμνάσιο ως ώρες ζω­γραφικής, και δεν διδάσκονται ποτέ τα ρεύματα της τέχνης, και οι καθηγητές δεν δείχνουν στους μαθητές τα παγκόσμια αριστουργήματα της ζωγραφικής, που στο κάτω-κάτω είναι πολιτιστική κληρονομιά για όλη την ανθρωπότητα. Η λογοτεχνία είναι επίσης ελληνοκρατούμενο μάθημα. Καταλαβαίνω ότι αυτό γίνεται επειδή ο στόχος του μαθήματος είναι και γλωσσικός, αλλά δεν μπορεί να αποφοιτά κάποιος από το λύ­κειο χωρίς να έχει διαβάσει ούτε μία φορά Ντοστογιέβσκι.

Ο ελληνοκεντρισμός, στα όρια του εθνικισμού, στο σχολείο φαίνεται και έξω από τα συγκεκριμένα μαθήματα. Κάθε σχολείο έχει μια ελληνική σημαία, κάτω από την οποία συγκεντρώνονται οι μαθητές κάθε πρωί για να προσευχηθούν. Το σχολείο φαίνεται να φροντίζει ιδιαιτέρως τη ση­μαία, καθώς τη δίνει μόνο στον καλύτερο μαθητή του, και ακόμα δεν έχω καταλάβει αν έτσι τιμάται ο μαθητής (εγώ πάντως δεν θα το θεωρούσα και μεγάλη τιμή) ή αν καμαρώνει το σχολείο. Και η παράδοση της ση­μαίας γίνεται παραμονή της εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου, μπρο­στά σε όλους τους μαθητές και τους γονείς τους. Αν ακολουθήσουμε λίγο ακόμα την πορεία της σημαίας, θα την δούμε στα χέρια του πρώτου μα­θητή να κάνει παρέλαση, την ημέρα πριν από τη στρατιωτική παρέλαση, στον ίδιο χώρο, και για τον ίδιο λόγο. Αυτό γίνεται, επειδή η κύρια νοοτροπία αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα είναι υπέρ των παρελάσεων, υπέρ της προσευχής, και συγκινείται βλέποντας την ελληνική σημαία (λίγοι βέβαια κάνουν τον συνειρμό ότι η σημαία αυτή ανέμιζε και  στη Μακρόνησο).

Σοβαρό πρόβλημα του σχολείου είναι επίσης η έλλειψη αξιολόγησης μαθητών και καθηγητών. Στην ελληνική εκπαίδευση υπάρχουν καθηγη­τές οι οποίοι θα έπρεπε να έχουν απομακρυνθεί από το σχολείο εδώ και καιρό. Ο ρόλος του καθηγητή είναι διαφορετικός από τον ρόλο του επι­στήμονα, με την έννοια ότι ο καθηγητής πρέπει να μπορεί να μεταδώσει τα όσα ξέρει στους μαθητές. Δυστυχώς, δεν έχουν όλοι οι καθηγητές τις απαραίτητες γνώσεις ώστε να χειριστούν μία τάξη και να την κάνουν να ενδιαφερθεί για το μάθημα. Ο μόνος τρόπος να λυθεί αυτό το πρόβλημα είναι με αντικειμενική αξιολόγηση των καθηγητών από συναδέλφους τους που θα αναλάβουν την δουλειά αυτή, αλλά και επωνύμως από τους μαθητές. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ένας μοναδικός αξιοκρατικός θε­σμός αξιολόγησης μαθητών, οι πανελλήνιες εξετάσεις. Δεν λέω ότι είναι δίκαιο σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά σίγουρα είναι αδιάβλητο και αξιοκρατικό. Λόγω όμως της μοναδικότητάς τους, οι πανελλήνιες έχουν στοιχειώσει το λύκειο, κάνοντας τους μαθητές, ειδικά της τρίτης λυκείου, μονομανείς με το διάβασμα, μια που έχει καλλιερ­γηθεί και η νοοτροπία ότι όλοι πρέπει να περνάνε στο πανεπιστήμιο.

Φαίνεται λοιπόν, ότι το ελληνικό σχολείο είναι μια μινιατούρα της ελληνικής κοινωνίας. Δεν ξέρω αν πρέπει να αλλάξουμε το σχολείο για να αλλάξει η κοινωνία, ή το αντίθετο, πάντως το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα (όπως και το πολιτικό) θέλουν επειγόντως μια αλλαγή. Οι μα­θητές θα έπρεπε να μπορούν να βλέπουν το σχολείο σαν σπίτι τους. Σαν χώρο δημιουργίας, έκφρασης, μάθησης και κοινωνικοποίησης, και όχι σαν μια φυλακή, μετρώντας τις μέρες μέχρι την ελευθερία τους.

Τι μας διδάσκει λοιπόν το σχολείο; Προφανής μονοσήμαντη απάντη­ση δεν υπάρχει. Διότι όσο και να κατηγορώ την ελληνική εκπαίδευση για τα στραβά της, κανένα νόμισμα δεν έχει μόνο μία όψη. Ποιος ξέρει; Ίσως σε αρκετά χρόνια από τώρα, το παιδί μου γράψει και αυτό πόσο άσχημο είναι το εκπαιδευτικό σύστημα της εποχής του.

Το δοκίμιο έλαβε Τιμητική Διάκριση στον Ε΄Ενδοσχολικό Διαγωνισμό Δημιουργικής Γραφής “Δημήτρης Αρμάος” (2015-2016).

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*