«Βασικά συμφωνούμε…». Μια δριμεία πολιτική συμφωνία

ΓΡΑΦΕΙ: Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ-ΤΣΕΛΙΓΚΑΣ.

Μύθος

Ήταν βράδυ μεταξύ Δευτέρας και Τρίτης. Δε νύσταζα ιδιαιτέρως κι έτσι αποφάσισα να κάνω ζάπινγκ στην τηλεόραση. Τελικά, έπεσα πάνω στο κανάλι της Βουλής. Εικόνα γνωστή: η αίθουσα της Ολομέλειας, λίγοι άνθρωποι στο προεδρείο, στα έδρανα της κυβέρνησης και σε εκείνα της πλατείας. Θα ’ταν δε θα ’ταν δέκα – δεκαπέντε στο σύνολο. Κοιτάζω στο γαλάζιο πλαίσιο της θεματικής στο κάτω μέρος της οθόνης. Κοινοβουλευτικός έλεγχος*. Ρουτίνα δηλαδή. Αποφάσισα, όμως, να παρακολουθήσω παρακινημένος από την εμπειρία που είχα αποκτήσει στο πρόγραμμα της Βουλής των Εφήβων, στο οποίο είχα την τύχη να συμμετάσχω, σχετικά με τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες.

Ένας, λοιπόν, και μοναδικός βουλευτής, ένας και μοναδικός υπουργός (δεν έχουν καμία σημασία ονόματα και παρατάξεις, οπότε η αναφορά στα στοιχεία αυτά θα γίνει μόνο στο ίδιο το βίντεο – απόσπασμα από το κανάλι της Βουλής στη συνέχεια). Θα φανταζόταν κανείς ότι επίκειται μία «δριμεία πολιτική αντιπαράθεση», αν δεν έβλεπε την αίθουσα άδεια και αν δεν γνώριζε  ότι ο κοινοβουλευτικός έλεγχος γίνεται γύρω στις 10 το πρωί, σε αντίθεση με τις ολονυχτίες που έχουμε γνωρίσει στην ψήφιση σημαντικών πολυνομοσχεδίων από την Ολομέλεια. Ίσως να φταίει η ώρα για ό,τι θα ακολουθήσει. Εν πάση περιπτώσει, το θέμα της επερώτησης μου τράβηξε και λίγο περισσότερο την προσοχή καθώς αφορούσε στην σχολική καθημερινότητα, συγκεκριμένα σχετιζόταν με τις υπαλλήλους καθαρισμού των σχολείων.

Ο βουλευτής κάνει την επερώτηση και τις επισημάνσεις του στον υπουργό σε τόνο ήρεμο και απόλυτα διαλλακτικό. Ενδιαφέρον. Ο πρόεδρος της Βουλής δίνει το λόγο στον υπουργό. Αυτός απαντά με τον ίδιο τρόπο. Περίεργο. Ακούω ένα «πράγματι», ένα «τα είπατε πολύ καλά», ένα «συμφωνώ μαζί σας»… Πολύ περίεργο. Η απάντηση εξακολουθεί και τελειώνει. Δευτερολογία του βουλευτή. Ίδιος τόνος. Άλλο ένα «βασικά συμφωνούμε» κι ένα «νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να το δείτε», ενώ δείχνει να συμβουλεύει πώς μπορεί να εξασφαλιστεί μια καλή κριτική απέναντι στην τωρινή κυβέρνηση από τους πολίτες. Δεν καταλαβαίνω… Ο υπουργός απαντά στην δευτερολογία και καταλήγει χαρακτηρίζοντας την πρόταση του αντι-πολιτευόμενου βουλευτή «καλή» ενώ, μάλιστα, προθυμοποιείται να τη μεταφέρει στο υπουργείο του για περαιτέρω εξέταση… Τουλάχιστον εξωφρενικό!

Δίδαγμα

Σαρκασμός, ναι, αλλά και συγκίνηση, θα έλεγα. Σχεδόν συγκλονισμός. Πραγματικά, πού ακούστηκε στη χώρα αυτή τέτοιο πράγμα; Ήρεμος διάλογος, αναγνώριση εύστοχης αντίληψης και δη μεταξύ υπουργού και βουλευτή της αξιωματικής αντιπολίτευσης! Πού είναι όλες εκείνες οι οξείες αμφιλογίες, οι στολισμένες με τόσους χαρακτηρισμούς, οι λεκτικές επιθέσεις που αντιλαλούσαν στη μεγάλη αίθουσα του Κοινοβουλίου…

Ίσως έχω σκοντάψει στην αφέλεια και την άγνοιά μου. Ίσως να συμβαίνουν «τέτοια πράγματα» συχνά στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Δεν κρύβω, όμως, ότι για μένα προσωπικά επρόκειτο για μια τεράστια ανακάλυψη. Γιατί εκείνοι ήταν δύο, όχι πόλοι, αλλά δύο άνθρωποι που συζητούσαν σαν να βρίσκονταν σε κάποια απλή υπηρεσία ή επιχειρηματικό γραφείο. Ίσως, πάλι, να υπερβάλλω και συγχωρέστε με, αλλά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου να έχει μία κάποια αντίληψη για τα πολιτικά πράγματα, αυτή συνίστατο απλώς και μόνο στην αντιπαράθεση, στο «εμείς και εσείς», στις κατηγορίες και στην άρνηση. Πάντα έβλεπα και βλέπω στις σημαντικές συνεδριάσεις της Ολομέλειας, αλλά και στα τηλεοπτικά στούντιο, ανθρώπους ίδιους μεταξύ τους να ανταλλάσσουν ακούραστα γνωστές θέσεις, περιπαιχτικά σχόλια και όλα τα συναφή. Ποτέ δεν άκουσα ένα «συμφωνούμε», χωρίς «αλλά» και «όμως». Απ’ ό,τι, λοιπόν, φαίνεται, υπάρχει ελπίδα.

Βέβαια, θα πουν κάποιοι: «μπροστά στις κάμερες τσακώνονται και μετά πάνε και τα πίνουν μαζί». Δεν μπορώ να γνωρίζω, αλλά βλέπω ότι και «μπροστά στις κάμερες τα βρίσκουν» και το σημείο σύγκλισης δεν είναι τα τσίπουρα, αλλά ένα θέμα απλό πλην αρκετά σημαντικό, έστω για κάποιους ανθρώπους (εν προκειμένω, τις υπαλλήλους καθαρισμού των σχολικών μονάδων).

Και εδώ θα περάσω σε ένα δεύτερο σχόλιο ως συνέχεια. Θα ήθελα να πω ότι συμμερίζομαι απόλυτα την αντίληψη σχετικά με την θέση που εκφράστηκε ότι η καθημερινότητα πρέπει να κατέχει στις συνειδήσεις των ιθυνόντων (και, προσθέτω, στον διάλογο μεταξύ των διαφόρων πολιτικών σχηματισμών) σημαντικότατη θέση. Γιατί, εν τέλει, τα «μεγάλα» και τα «μακρόπνοα» ποια αξία έχουν αν δεν έχουν σημείο αναφοράς στην καθημερινή ζωή του «απλού πολίτη» (ποιος είναι ο «απλός πολίτης» είναι ένα ζήτημα βέβαια, αλλά δεν θα το εξετάσουμε εδώ); Ποια αξία έχει να συζητάμε κοσμοθεωρίες και πολιτικές ιδεολογίες και πρακτικές, όταν παραπαίουμε σε πράγματα αχρωμάτιστα και απλά;

Θεωρώ ότι αυτή η καθημερινότητα με τα άπειρα μικροπροβλήματά της μπορεί να αποτελέσει μια καθόλου αμελητέα βάση ανάπτυξης ενός αληθινού διαλόγου. Ενός διαλόγου με έντονο κάποιο στοιχείο σωκρατικό (ή πλατωνικό) και δεν αναφέρομαι σε φιλοσοφικές προεκτάσεις, αλλά στη διαλεκτική διαδικασία: από κοινού προσπάθεια να φτάσουμε σε κάτι λογικό, που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Σήμερα, όπως το αντιλαμβάνομαι, κάτι τέτοιο μπορεί να αφορά μονάχα ένα ζήτημα καθημερινό, πρακτικό, που δεν χωρά (συνήθως) θεωρητικές ιδεολογικές και πολιτικάντικες αντιπαλότητες.

Θα επεκταθώ λίγο αναφερόμενος σε ένα παράδειγμα από την εκπαίδευση, μιας και βρίσκεται σε εξέλιξη και ο δικός της διάλογος αυτόν τον καιρό (Εθνικός Διάλογος για την Παιδεία). Στα σχολικά βιβλία του διδαγμένου κειμένου των αρχαίων ελληνικών και της ιστορίας του προσανατολισμού Ανθρωπιστικών Σπουδών υπάρχουν αρκετά σημεία για τα οποία καθηγητές εντός κι εκτός σχολείου έχουν την άποψη ότι δέχονται καλύτερης διατύπωσης, είτε αυτή σχετίζεται άμεσα με την ουσία του νοήματος είτε όχι. Τόσο καιρό που αυτά τα βιβλία χρησιμοποιούνται και παρά τα διάφορα υπομνήματα κανείς δεν έχει επέμβει στο κείμενο…

Είπα τη λέξη «Πανελλαδικές» ή «εκπαιδευτικό σύστημα»; Όχι. Δεν μιλώ ούτε για εκπαιδευτική κατεύθυνση, ούτε για σαθρότητα του συστήματος, ούτε για αλλαγή σχολικών εγχειριδίων, ούτε για ριζικές αλλαγές. Μιλώ για κάτι που χιλιάδες μαθητές και καθηγητές αντιμετωπίζουν κάθε χρόνο, κάθε μέρα. Δεν είναι μεγάλο, ούτε ιδιαιτέρως σημαντικό. Εκεί είναι και το κλειδί. Πρόκειται για κάτι απλούστατο που όλοι συμφωνούν ότι μπορεί να αλλάξει. Μικρή αλλαγή, ναι. Αλλά τουλάχιστον επιτυχημένη, πραγματωμένη. Και έχω να πω, επιτρέψτε μου, ότι είναι χιλιάκις αποδεδειγμένο ότι σε αυτό το κράτος οι μεγάλες και απότομες αλλαγές χάσκουν και μπάζουν, όποιες κι αν είναι οι προθέσεις. Όπως ακριβώς χάσκει και μπάζει ο διάλογος, τουλάχιστον ο πολιτικός.

Υστερόγραφο

Σε ό,τι καθημερινό απαξιώνετε μπορεί να υπάρχει κάτι που δεν είχατε προβλέψει. Κάτι που ίσως διαρρηγνύει και αυτήν την ίδια την καθημερινότητα.

Η απάντηση του υπουργού στην επερώτηση:  4:02

Η δευτερολογία του βουλευτή:  6:22

Η απάντηση στη δευτερολογία από τον υπουργό:  8:43

 

* Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος είναι μία από τις διαδικασίες που προβλέπονται στον Κανονισμό της Βουλής (άρθρο 124). Πρόκειται για έλεγχο που ασκεί το σώμα των βουλευτών (βασικά αυτών που ανήκουν στην αντιπολίτευση) στο έργο της Κυβέρνησης. Δύο μέσα αυτού είναι η αρκετά γνωστή «πρόταση μομφής» ή «πρόταση δυσπιστίας», που αφορά στην Ολομέλεια της Βουλής, και οι επερωτήσεις, όπως στην περίπτωση που αναφέρεται εδώ, που δεν απαιτούν παρουσία της Ολομέλειας . Με την επερώτηση ο βουλευτής απευθύνεται στον αρμόδιο κατά περίπτωση υπουργό.

Περισσότερα σχετικά με τον κοινοβουλευτικό έλεγχο υπάρχουν στην ιστοσελίδα της Βουλής των Ελλήνων:  http://www.hellenicparliament.gr

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*