Νυχτερινές περιπλανήσεις…

ΓΡΑΦΕΙ: Η ΔΗΩ ΜΠΑΛΑΦΑ.

Όταν μπορέσεις να ξεφύγεις έστω και για μια δυο μέρες από την αποπνικτική ατμόσφαιρα της Αθήνας και βρεθείς σε ένα μέρος κοντά στη φύση, σε ένα περιβάλλον όντως φυσικό και όχι ανθρωπογενές, αξίζει να πας έναν περίπατο…
Από μικρή μου άρεσε, όταν βρισκόμουν στο χωριό, να βγαίνω βόλτες στο βουνό, ιδίως το βράδυ. Έτσι με είχε μάθει ο πατέρας μου. Βγαίναμε σχεδόν κάθε βράδυ μια βόλτα και, όταν δεν κάναμε απόλυτη ησυχία για να μπορέσουμε να αφουγκραστούμε τους ήχους της φύσης, μου έλεγε παραμύθια και ιστορίες από τα παλιά. Καθισμένοι πάντα σε κάποιο βραχάκι, λίγο ψηλά ώστε να έχουμε για θέα τον κάμπο και από κοντά καθισμένα τα σκυλιά μας, οι αχώριστοι φύλακές μας.
Οι βόλτες τις βραδινές ώρες σε βοηθούν ιδιαίτερα να «συζητήσεις» με τον εαυτό σου και να σκεφτείς. Το αεράκι χαϊδεύει τα δέντρα και κάνει τα φύλλα να τρέμουν σχεδόν ανεπαίσθητα, σε ακουμπάει και μια ανατριχίλα περνά όλο σου το κορμί. Εκεί, αναρωτιέσαι γιατί δεν πήρες ένα μπουφάν λίγο πιο χοντρό, αλλά στο επόμενο βήμα το ξεχνάς και χάνεσαι πάλι στις σκέψεις σου.
Γύρω ακούς διάφορους ήχους. Ένας βάτραχος κρώζει. Λίγο πιο δίπλα ένα τριζόνι πάνω σε κάποιο δέντρο τραγουδάει. Λίγο παραπέρα ο κούκος επαναλαμβάνει το τραγούδι της αγάπης του με αυτή την μονότονη μελωδία του που είναι τόσο σταθερή που πολλές φορές σου θυμίζει τον μετρονόμο. Κάποια σκυλιά γαβγίζουν λίγο πιο μακριά και το γάβγισμα σκάει πάνω στους βράχους του βουνού και αντιλαλεί στην πεδιάδα. Ακούς τα βελάσματα από τα πρόβατα και τα κουδούνια τους. Και κάπου από μακριά έρχεται ο θόρυβος της πόλης με τα αυτοκίνητα και την κίνηση, που σχεδόν ποτέ δεν μπορούμε να αποχωριστούμε.
Το βράδυ δεν βλέπεις. Ναι, έχεις έναν φακό μαζί, για ώρα ανάγκης, αλλά δεν τον έχεις ανοιχτό όλη την ώρα. Έτσι το μόνο που μπορείς να παρατηρήσεις με τα μάτια είναι τα κοκκινωπά φώτα της πόλης και των γύρω χωριών μέσα στο μαύρο της πεδιάδας και τα μικρά ασημί φωτάκια στον κατάμαυρο ουρανό, τα αστέρια.
Κάθομαι και παρατηρώ πολλές ώρες τα αστέρια… Κρύβουν μέσα τους κάτι από τη μεγάλη μαγεία του απέραντου(;) σύμπαντος. Είναι κάτι σαν τη χρυσόσκονη των νεράιδων του παραμυθιού που λίγη ξέφυγε από τα φτερά τους και αψηφώντας τη βαρύτητα, έμεινε στον ουρανό. Είναι κάτι σαν μικρές λάμπες που κάποιος ανάβει κάθε νύχτα και σβήνει κάθε πρωί (μικρός πρίγκιπας). Είναι σαν τον καθρέφτη των φώτων της πόλης και τον αντικατοπτρισμό τους στον ουρανό.
Πάντως το βράδυ αναγκάζεσαι και αναπτύσσεις περισσότερο τις άλλες σου αισθήσεις από την όραση στην οποία γενικότερα σχεδόν πάντα στηρίζεσαι. Ακόμη και την αφή την χρησιμοποιείς ώστε να καταλαβαίνεις που πατάς και πως πρέπει να πατήσεις νιώθοντας τις πέτρες κάτω από τη σόλα του παπουτσιού σου ή βάζοντας ένα χέρι κάπου λίγο μπροστά από το κεφάλι σου ώστε να μην σε χτυπήσει κάποιο κλαδί που δεν είδες.
Έτσι, και αφού έχεις χαθεί στις σκέψεις σου, για τον εαυτό σου, για τον κόσμο, έχεις μπορέσει να αφήσεις τη φαντασία σου ελεύθερη, για λίγο, επιστρέφεις στο σπίτι γεμάτος ενέργεια και με επεξεργασμένες – ολοκληρωμένες (;) σκέψεις (και απόψεις).
Η αλήθεια είναι πως εγώ, παιδί της πόλης δεν ήμουνα ποτέ, και δεν προβλέπεται να γίνω όχι τώρα κοντά τουλάχιστον. Θα ήθελα να μεταφέρω και εσένα λίγο από αυτόν τον όμορφο, έξω από την καθημερινότητα των πολλών, κόσμο, έστω για λίγο. Έτσι, θα ήθελα τώρα να κλείσεις λίγο τα μάτια σου και να φανταστείς όσο περισσότερα μπορείς από αυτά που διάβασες ώστε να κάνεις και εσύ μια μικρή νυχτερινή περιπλάνηση σε μονοπάτια του μυαλού, της σκέψης, και της φαντασίας που δεν επισκεπτόμαστε συχνά.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*