Ένας «άσημος» Έκτορας

Ένας «άσημος» Έκτορας. ΓΡΑΦΕΙ: Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ-ΤΣΕΛΙΓΚΑΣ.

ΓΡΑΦΕΙ: Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ-ΤΣΕΛΙΓΚΑΣ.

Είναι κάποια πρωινά που πάω στο σχολείο με τα πόδια. Πολλά από αυτά, καθώς περνώ από ένα ορισμένο σημείο, νιώθω να ξυπνά μέσα μου στη στιγμή μια χαρά, μια γλυκιά χαρά. Συμβαίνει για λίγα δεύτερα. Ίσως μετά να τρέχει και πάλι αλλού ο λογισμός μου, ίσως εν τέλει η μέρα μου να μη σημαδεύεται ?ούτε και η ζωή μου- από αυτή τη στιγμή. Αλλά ξέρω ότι είναι μια στιγμή αληθινής ευτυχίας, σιωπηλής. Και για μένα, αλλά και περισσότερο για τον κόσμο ολάκερο. Άλλωστε, τι άλλο είναι η ευτυχία πέρα από στιγμές στις ζωές μας, στιγμές από έναν κάποιο Παράδεισο, που μας κρατάνε όρθιους και ονειροπόλους.

Είναι μια σκηνή με δύο ήρωες. Δύο τόσο ανόμοιους ήρωες. Ένα μικρό αγόρι, στα παιδικά του ακόμα χρόνια, στο μικρό του ακόμα ύψος που κάνει τον κόσμο να φαίνεται τόσο απέραντος. Ένας κύριος μέσης ηλικίας ντυμένος σοβαρά, καθώς πρέπει, για το γραφείο: σακάκι, πουκάμισο, μακρύ άχρωμο παντελόνι και σκληρά παπούτσια, με ύψος που κάνει τον κόσμο να φαίνεται τόσο μικρός και αδιάφορος. Που κάνει τον κόσμο να φαίνεται τόσο κενός.

Μα είναι σκυμμένος. Ναι, είναι σκυμμένος. Γέρνει σχεδόν πάνω στο μικρό αγόρι. Είναι χαμογελαστός και στο δεξί του χέρι κρατά ένα βιβλίο με εικόνες χρωματιστές και ήρωες. Έχει αλλάξει τη φωνή του. Δεν ταιριάζει με τα ρούχα του. Δεν ταιριάζει με τον κόσμο. Προσπαθεί να μιμηθεί τις φωνές εκείνων των ηρώων του βιβλίου, καθώς διαβάζει στο μικρό γιο του τη φανταστική ιστορία, πριν έρθει το σχολικό του.
Δεν είναι πια ο γκρίζος άνθρωπος πίσω από το γραφείο, πίσω από τα χαρτιά, τους υπολογιστές, τις συζητήσεις και τις κουβέντες για δουλειές. Είναι ένας Έκτορας χωρίς την τρανή περικεφαλαία*. Κλίνει το κεφάλι απαλά, στοργικά, με απλή αγάπη και αλήθεια πάνω από το μικρό παιδί του κερδίζοντας μια ολόκληρη ζωή σε λίγες στιγμές, πριν επιστρέψει στη μίζερη μάχη της καθημερινότητας. Και το βλέπεις καθαρά: για κείνες τις στιγμές η κακία και σοβαρότητα του κόσμου δεν συννεφιάζουν το μέτωπό του.

* Σε εκείνη την περίφημη σκηνή, από την έβδομη – αντιπολεμική- ραψωδία της Ιλιάδας, ο Έκτορας πριν κινήσει για τη μάχη συναντιέται με την Ανδρομάχη και τον μικρό του γιο, τον Αστυάνακτα. Ο τελευταίος τρομάζει βλέποντας τον πατέρα του να φορά την ψηλή και αστραφτερή περικεφαλαία και κουρνιάζει στην αγκαλιά της τροφού του. Έτσι, ο Έκτορας βγάζει την περικεφαλαία, αποποιείται για λίγο το σκληρό ρόλο του πολεμιστή, και γίνεται μαλακός, πιο ανθρώπινος πατέρας. (Μετάφραση Ιάκωβου Πολυλά, στ 466-474):

?Και ο μέγας Έκτωρ άπλωσε τα χέρια στο παιδί του·
έσκουξ’ εκείνο κι έγειρε στο στήθος της βυζάστρας·
φοβήθη τον πατέρα του καθώς είδε ν’ αστράφτουν
τ’ άρματα και απ’ την κόρυθα της περικεφαλαίας
την χαίτην που τρομακτικώς επάνω του εσειόνταν·
εγέλασε ο πατέρας του και η σεβαστή μητέρα·
και ο μέγας Έκτωρ έβγαλε την περικεφαλαίαν
και καταγής την έθεσεν, όπου λαμποκοπούσε.
Εφίλησε κι εχόρευσε στα χέρια το παιδί του
κι έπειτα ευχήθη στους θεούς?.

Be the first to comment

Leave a Reply

Your email address will not be published.


*